Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Η Γραμματική της Πολιτικής

Στην ενότητα αυτή θα βρείτε προτάσεις για μια δεύτερη ανάγνωση του πολιτικού λόγου σε θέματα της επικαιρότητας
Την ονομάσαμε Γραμματική της Πολιτικής γιατί ο πολιτικός λόγος συνιστά πράξη επικοινωνίας. Παράγει αποτελέσματα. Επηρεάζει το σήμερα και το αύριο μιας κοινωνίας, χειραγωγεί ή χειραφετεί τους πολίτες.
Και έχει κανόνες αυτή η επικοινωνία. Όπως και η Γραμματική. Κανόνες που, αν δεν τηρούνται, κάνουν δυσδιάκριτο το όριο ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία και στην επικοινωνιακή πολιτική, ανάμεσα στην ενημέρωση και την προπαγάνδα, ανάμεσα στο δημοκράτη και το δημαγωγό.

Επερχόμενες [μετοχή]


 Στα περισσότερα άρθρα της γραπτής και προφορικής ειδησεογραφίας που αναφέρονται στις εκλογές του Μαΐου, οι ευρωεκλογές χαρακτηρίζονται (ναι, χαρακτηρισμός είναι) «επερχόμενες».

Το ρήμα επέρχομαι, άρα και η μετοχή του, επερχόμενος-η-ο, έχει δύο σημασίες.
Η μία έχει την έννοια του επακόλουθου. Η πρόθεση επί δηλώνει ακολουθία. Θα ευσταθούσε δηλαδή στην περίπτωσή μας, αν οι εκλογές επέρχονταν ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα, και μάλιστα όχι αναπόφευκτο, μιας σειράς άλλων ενεργειών ή καταστάσεων. Αυτό προφανώς δεν ισχύει. Πρόκειται για θεσμοθετημένες, απολύτως αναμενόμενες εκλογές, ο χρόνος διενέργειας των οποίων είναι σταθερός, προαποφασισμένος από δεκαετίες. Αυτές οι εκλογές λοιπόν, δεν επήλθαν από τις πράξεις ή τις παραλείψεις κάποιων. Η ώρα τους ήταν γνωστή και προκαθορισμένη.
Για τη δεύτερη σημασία του ρήματος επέρχομαι τον τόνο πάλι τον δίνει η πρόθεση επί, μόνο που τώρα δηλώνει απειλή, συνέπεια δυσάρεστη, πρόβλεψη δυσοίωνη.

Εφόσον λοιπόν οι εκλογές είναι απλώς ...ερχόμενες και όχι επερχόμενες, λέτε να ξέρουν κάτι παραπάνω όσοι το λένε, να επιβεβαιώνεται γι΄ άλλη μια φορά η φράση «γλώσσα λανθάνουσα τα αληθή λέγει»;

Μπα, στις εκλογικές αναμετρήσεις, όπως εξάλλου και σε κάθε άλλη αναμέτρηση (πλην ίσως των ...φοιτητικών εκλογών), υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι. Μόνο που εκτός από τις πανωλεθρίες και τους θριάμβους, όλες οι άλλες εκλογικές επιδόσεις μπορούν εκ των υστέρων να εκληφθούν είτε ως αρνητικές είτε ως θετικές ανάλογα με το τι συγκρίνονται και την οπτική γωνία ή το συμφέρον του κρίνοντος. Μόνον εφόσον προσδιορίζεται εκ των προτέρων το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, τα όρια της επιτυχίας και της αποτυχίας, μόνον τότε μπορείς να αξιολογήσεις εκ των υστέρων την επίδοσή σου.

Στις ερχόμενες εκλογές λοιπόν, δυο κόμματα μπορούμε με σχετική ασφάλεια να εντάξουμε στην κατηγορία «πανωλεθρίαμβος»: τον ΣΥΡΙΖΑ, που σήμερα διαθέτει έναν ευρωβουλευτή και τη Χρυσή Αυγή που δεν διαθέτει. Η ΝΔ ευλόγως φαίνεται να έχει στραμμένη την προσοχή της όχι τόσο στη σύγκριση με το 2009 (εξέλεξε 8 ευρωβουλευτές) αλλά στη διαφορά του εκλογικού ποσοστού της από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι άδικα. Διότι αυτές οι ευρωεκλογές έχουν μια ιδιομορφία. Με μοναδική εξαίρεση το ΚΚΕ όλα τα άλλα κόμματα που ετοιμάζονται να συμμετάσχουν είτε δεν συμμετείχαν στις προηγούμενες ευρωεκλογές είτε συμμετείχαν υπό εντελώς διαφορετικούς όρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ενιαίο κόμμα και η ΝΔ συμμετείχε έχοντας ενσωματωμένες όλες τις μετέπειτα διασπάσεις της ή τα καινοφανή φιλελεύθερα σχήματα (ΑΝΕΛ, Ένωση για την Πατρίδα και το Λαό, κόμμα Χατζημαρκάκη). Ακόμα και η Δράση, νεοσύστατο τότε κόμμα υπό τον Στέφανο Μάνο, ενώ δεν εξέλεξε ευρωβουλευτή, στη συνέχεια εκπροσωπήθηκε από τον εκλεγμένο με τη ΝΔ σημερινό πρόεδρό της.

Τη βραδιά των εκλογών, λοιπόν, θα αναδειχθούν οι εύλογες αντικειμενικές δυσκολίες σύγκρισης των αποτελεσμάτων με τις προηγούμενες ευρωεκλογές, εφόσον όχι μόνον οι συνθήκες είναι ριζικά διαφορετικές αλλά και η συμμετοχή των περισσοτέρων κομμάτων δεν έχει προηγούμενο μέτρο σύγκρισης. Εύλογη λοιπόν είναι η υπόθεση ότι τη βραδιά των εκλογών η μοναδική σύγκριση που θα προκύπτει είναι με το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών του 2012.

Στο χώρο της πολύπαθης Κεντροαριστεράς φοβούμαι πως το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών θα πάρει ιστορική διάσταση. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να οριοθετήσει εκ των προτέρων κάποιος τη νίκη και την ήττα, τοποθετώντας τον πήχη της επιτυχίας (άρα και της αποτυχίας) στην εκλογή 1,2, 3 ή δεκατριών ευρωβουλευτών. Αλλά είναι και εξαιρετικά πιθανό ότι όλοι μας θα αξιολογηθούμε, είτε το επιδιώξουμε είτε όχι, περισσότερο για τις πρόνοιες ή τα λάθη που οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι.
Αναρωτηθείτε π.χ. για το τι σημαίνει νίκη ή ήττα για το ΠΑΣΟΚ. Στις ευρωεκλογές του 2009 συμμετείχε ως όλον ΠΑΣΟΚ, εκλέγοντας 8 ευρωβουλευτές, ενώ τώρα, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα προσέλθει καν ως ΠΑΣΟΚ νέτα σκέτα αλλά ως άλλο ευρύτερο σχήμα. Αν π.χ. αυτό το ευρύτερο σχήμα στείλει έναν ή δυο ευρωβουλευτές, αυτό θα είναι επιτυχία ή αποτυχία. Και για ποιόν, το ΠΑΣΟΚ ή το διάδοχο σχήμα;

Η ΔΗΜΑΡ πάλι, το κόμμα μου, δεν είχε ιδρυθεί και δεν συμμετείχε στις ευρωεκλογές του 2009. Άρα και για μας η εύλογη βάση σύγκρισης θα είναι η εκλογική επίδοση των εθνικών εκλογών του 2012. Αν π.χ. η ΔΗΜΑΡ εκλέξει οριακά έναν/ μία ευρωβουλευτή, αυτό θα εκληφθεί ως νίκη ή ως ήττα;

Αυτό που θέλω να πω με λίγα λόγια είναι ότι οι ευρωεκλογές αυτές είναι αναμέτρηση με κινδύνους και διακυβεύματα διαφορετικά από τα συνήθη. Δεν θα αναδειχθεί μόνο η πολιτική επιρροή ενός εκάστου σχηματισμού αλλά θα αποδειχθεί και η ορθότητα ή τα λάθη των εκτιμήσεων μας. Και είναι φυσικό. Η καλή πρόβλεψη που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης και των κινδύνων είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής σκέψης και δράσης. Γιατί είπαμε, δεν ήταν επερχόμενες οι ευρωεκλογές. Απλώς ερχόμενες.