Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ενδιαφέροντα άρθρα

Μην περιμένεις απάντηση...


Της Μαρίας Κατσουνάκη


Η απογευματινή προβολή, σε κεντρικό αθηναϊκό κινηματογράφο, θύμιζε μάζωξη της ευρύτατης Κεντροαριστεράς. Η πλειοψηφία του κοινού (άνω των 50) ήταν εν δυνάμει ψηφοφόροι της ΔΗΜΑΡ, του «Ποταμιού», της «Ελιάς», του ΣΥΡΙΖΑ. Οι περισσότεροι γνωρίζονταν μεταξύ τους από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στο διάλειμμα αντάλλασσαν νέα και σχόλια για την ταινία, προβάλλοντας στο πρόσωπο του κεντρικού ήρωα Ενρίκο Ολιβέρι (που υποδύεται μοναδικά ο Τόνι Σερβίλο) πολιτικούς αρχηγούς της ελληνικής σκηνής. Ηταν ένα διασκεδαστικό, ψυχαγωγικό, ως εκ τούτου θεραπευτικό, παιχνίδι και, μάλλον, ανώδυνο. Λέω «μάλλον» γιατί τα γέλια είχαν τη θαμπάδα της διαρκούς διάψευσης και τη μελαγχολία της γνώσης.

Η ιταλική ταινία «Ζήτω η ελευθερία!», η πολιτική σάτιρα του Ρομπέρτο Αντό, είναι ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα· φλερτάρει επίμονα με το φαντασιακό, συγκινεί με την ευθύτητα και ειλικρίνειά της, αναζωογονεί με ένα λόγο συνδεδεμένο με την επιθυμία, αγνοώντας επιδεικτικά την πραγματικότητα. Σε ένα πολιτικό τοπίο αφόρητα κουρασμένο και κουραστικό από κοινοτοπίες, στερεότυπες αναλύσεις και ανέμπνευστες προσεγγίσεις, ο Ενρίκο Ολιβέρι –για την ακρίβεια ο δίδυμος αδελφός του– είναι μια κάποια λύση! Σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, ο ηγέτης του σοσιαλιστικού κόμματος, της ιταλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, εξαφανίζεται αναζητώντας καταφύγιο στο σπίτι μιας παλιάς ερωμένης του. Προκειμένου να αποφευχθεί η κρίση και ενώ η δημοτικότητα του κόμματός του βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, επιστρατεύεται, με απόλυτη μυστικότητα, ο δίδυμος αδελφός του, μανιοκαταθλιπτικός φιλόσοφος ο οποίος νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική. Ο Τζιοβάνι αναλαμβάνει με εντυπωσιακή φυσικότητα τη ριψοκίνδυνη αποστολή αντικατάστασης. Και επιτυγχάνει το ακατόρθωτο: να συναρπάσει, να παρασύρει, να πολλαπλασιάσει ακροατήριο και ψηφοφόρους.

Ποιο κόμμα δεν θα συναινούσε με μια μαγική λύση; Την ώρα που όλοι καταλαβαίνουν «ότι το τροπάρι έχει αλλάξει» στην πολιτική, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρθρώσει το νέο (πολιτικό) αφήγημα, ο διαταραγμένος Τζιοβάνι κάνει το ακροατήριο να παραληρεί, απευθυνόμενος σε έναν άγνωστο νέο ανάμεσα στο πλήθος (με δάνειο, ποίημα του Μπρεχτ): «Ακου, μιλώ σε σένα. Λες: τα πράγματα πάνε άσχημα για εμάς, το σκοτάδι μας τυλίγει, η δύναμη εξαντλείται, στα θέματα εργασίας είμαστε σε πιο δύσκολη κατάσταση από ποτέ, ο εχθρός μοιάζει ανίκητος. Εχουμε κάνει λάθη που δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Είμαστε όλο και λιγότεροι, τα λόγια μας είναι μπερδεμένα, ο εχθρός έχει διαστρεβλώσει κάποια λόγια μας και τα έχει κάνει αγνώριστα. Τι είναι λάθος, ψέμα, στα όσα είπαμε; Κάτι; Τα πάντα; Σε τι μπορούμε ακόμα να βασιστούμε; Μας παρασέρνει το ρεύμα, πρέπει να στηριχτούμε στην καλή τύχη; Αυτό ρωτάς... Μην περιμένεις απάντηση, παρά μόνο τη δική σου».

Πάθος, αλήθεια, κριτική και αυτοκριτική, τα όπλα του. Διαπιστώνει: «Οι πολιτικοί είναι μέτριοι γιατί και οι ψηφοφόροι είναι μέτριοι». Επιτίθεται: «Εμείς που θα έπρεπε να είμαστε οι πρώτοι που αντιδρούν στις εξελίξεις είμαστε μαλακοί, αβέβαιοι, αναποφάσιστοι, αναξιόπιστοι. Με δυο λόγια: συνεργοί». Υπόσχεται: «Είμαι εδώ για να μην μπορεί να ειπωθεί αύριο ότι οι καιροί ήταν σκοτεινοί κι εκείνοι παρέμειναν σιωπηλοί».
Αυτός ο «τρελός με μέθοδο», όπως τον αποκαλούν, πραγματοποιεί το διαρκές όνειρο μιας εν υπνώσει (στην καλύτερη περίπτωση) Αριστεράς. Ο Ολιβέρι - Τζιοβάνι έχει στην πλάτη του γραφείου του μια γιγάντια φωτογραφία του Ενρίκο Μπερλίνγκουερ, σιγοσφυρίζει την εισαγωγή από τη «Δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι, απαγγέλλει χαϊκού.

Το τέλος της ταινίας αφήνει ένα χαμόγελο. Της ήττας, της νοσταλγίας ή της κρυφής αναμονής που γεννάει πάντα το ανέφικτο;

Άρθρο στην Καθημερινή