Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ενδιαφέροντα άρθρα

Πού κρύβεται η Ελλάδα;



Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Κ​​αι να που τα καταφέραμε. Συνηθίσαμε στην ανομία. Το παρκαρισμένο αυτοκίνητο στη διάβαση πεζών ή αναπήρων δεν ενοχλεί πια κανέναν. Το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους, ακόμη και στα νοσοκομεία όπως διάβασα προχθές στην «Κ», θεωρείται εξίσου φυσιολογικό με την αγένεια. Συνηθίσαμε στην αγένεια και την ευτέλεια. Μας επεβλήθη άνωθεν; Όχι βέβαια. Εμείς τη φτιάξαμε. Οι ήρωες που κέρδισαν τις εκλογές διασκέδασαν για τη νίκη τους ακούγοντας Πλούταρχο. Συνηθίσαμε στη συμπεριφορά του τρωγλοδύτη. Κανείς δεν πέταξε έξω από τη Βουλή εκείνον τον βρωμύλο σύμβουλο της κ. Κωνσταντοπούλου που φορούσε σανδάλια. Τίποτε δεν μας τρομάζει, και τίποτε δεν μας παραξενεύει. Ούτε η πλημμύρα των μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, ούτε η αγραμματοσύνη των πολιτικών. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι μην αλλάξουμε. Αυτό χρειάζεται κόπο και η κρίση μας κούρασε. Δεν έχουμε άλλες δυνάμεις.


Και γιατί να δεχθώ την Ελλάδα έτσι όπως την καταντήσαμε; Και δεν εννοώ τη φτώχεια, τα συσσίτια, τους άστεγους, την ανεργία. Και η Ελλάδα όπου μεγάλωσα φτωχή χώρα ήταν. Μπορεί η ανεργία να μην είχε επιτύχει τέτοια ρεκόρ, υπήρχαν όμως τα ορυχεία του Βελγίου και οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Γερμανίας. Για θυμηθείτε την ταινία του Αλεξανδράκη «Συνοικία το Όνειρο». Γυρίστηκε στο Δουργούτι, αν δεν κάνω λάθος, ή στον Ασύρματο πίσω από την Πνύκα. Δεν ήταν άστεγοι, οι στέγες τους όμως ήταν από Ελενίτ. Πόσες φορές τον χρόνο έτρωγαν κρέας ― κι ας μην υπήρχε ΦΠΑ; Όσο για τις αυτοκτονίες, εκτός από τους διάσημους αυτόχειρες όπως ο σουρεαλιστής Μακρής, και παλιότερα ο Συκουτρής, το σκεφτόσουν δύο φορές να αυτοκτονήσεις όταν πριν από μερικά χρόνια είχες κινδυνεύσει να σκοτωθείς στον Εμφύλιο. Ευτυχώς, οφείλω να παραδεχθώ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εξαφανίσει τις αυτοκτονίες. Από τον Ιανουάριο κανείς πια δεν αυτοκτονεί. Επειδή δε οι απελπισμένοι συμπολίτες μας έχουν εκλείψει, νομίζω ότι εμείς οι ζωντανοί μπορούμε να απαγορεύσουμε την αυτοκτονία διά νόμου. Το είχε κάνει και ο Κεμάλ στη δεκαετία του ’30, όταν είχε απαγορεύσει την αναφορά της λέξης.

Η φτωχή Ελλάδα μπορεί να μην ήταν και τόσο τίμια όσο ήθελαν να μας την παρουσιάζουν οι δάσκαλοί μας και οι επίσημοι στα δελτία των ειδήσεων. Μια δημοκρατία επισφαλής σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που ζούσε στην ανασφάλεια των πυρηνικών. Υπήρχε πάντα μια αναντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εικόνα την οποία πλάθαμε για να την αναπαραστήσουμε. Ξεκινούσε από τα αναγνωστικά του δημοτικού.

Στο κεφάλαιο για τα Χριστούγεννα έδειχναν εικόνες με χιόνι, τζάκια κ.λπ. Πλην όμως έρχονταν Χριστούγεννα, χιόνια δεν υπήρχαν πουθενά και στο σπίτι δεν είχαμε τζάκι. Αργότερα κατάλαβα ότι η αναντιστοιχία με την πραγματικότητα ήταν κάτι σαν εθνικό χαρακτηριστικό. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήσαν πολύ μακρινοί για να τους μοιάσουμε και οι σύγχρονοι πολύ κακοφτιαγμένοι για να θέλουμε να τους μοιάσουμε.

Πλην όμως την αγαπούσαμε και τη σεβόμασταν την Ελλάδα. Την αγαπούσαμε αρκετά ώστε να μας πονάει η εικόνα των δύσμορφων συνταγματαρχών που την κυβερνούσαν και, ακόμη κι αν δεν μου έμαθε η ίδια να τη σέβομαι γιατί με έπνιγε, έμαθα να τη σέβομαι όταν πήγα να σπουδάσω στο Παρίσι. Θυμάμαι ακόμη μια καθηγήτρια στον πρώτο χρόνο στο Πανεπιστήμιο, η οποία, διδάσκοντας μυθολογία, είχε πει ότι «ο Έλληνας φίλος μας αυτό θα το ξέρει σίγουρα». Ήταν μια ιστορία από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, κι εγώ ήμουν ο μόνος Έλληνας στην τάξη. Δεν το ήξερα, έκτοτε όμως αποφάσισα ότι δεν είχα δικαίωμα να μην το ξέρω. Η ελληνική μου καταγωγή δημιουργούσε υποχρεώσεις. Και πάντα όποιος σου δημιουργεί υποχρεώσεις εμπνέει τον σεβασμό ― βασική αρχή του κλασικού.

Πώς όμως φτάσαμε στο σημείο όπου η Ελλάδα δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση, εκτός από κλάψα, ανομία και απαξίωση; Ήταν χώρα φτωχή, μικρή, αδύναμη, πριν γίνει επηρμένη και νεόπλουτη για να καταρρεύσει. Πάντα οι μορφωμένοι ήσαν ολιγάριθμοι σε σχέση με τον πληθυσμό, πλην όμως είχαν κοινωνική εξουσία. Ο Θεοτοκάς, ο Σεφέρης ενέπνεαν σεβασμό ακόμη και στον αγρότη που δεν μπορούσε να τους διαβάσει. Αναλογισθείτε μόνον με πόση επιμέλεια μεταφράζονταν τα επιτεύγματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στη γλώσσα μας. Αναλογισθείτε τη μεγάλη μας παράδοση στο δοκίμιο. Η μεταπολίτευση εδραίωσε τη δημοκρατία. Της το αναγνωρίζουμε. Έφερε την Ευρώπη. Οφείλουμε να της το αναγνωρίσουμε. Συνέθλιψε όμως τις ελίτ και παρέλυσε τους δημιουργικούς ιστούς της κοινωνίας γιατί επέβαλε την ολοκληρωτική επικράτηση της πολιτικής σε οποιαδήποτε δραστηριότητα.

Το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί μας συνέβη. Εμείς οι ίδιοι δεν σεβόμαστε τη χώρα μας. Όταν ο πρωθυπουργός δηλώνει πως είναι μια χώρα διαφθοράς και φοροδιαφυγής, τότε ακόμη και ο τελευταίος πολίτης, επειδή αισθάνεται διεφθαρμένος δεν έχει κανέναν λόγο να μη φοροδιαφύγει. Το πρόβλημα της Ελλάδας του 2015 δεν είναι πολιτικό. Για την ακρίβεια δεν είναι μόνον πολιτικό. Είναι πρόβλημα κοινωνικής συνείδησης και συλλογικής αυτογνωσίας. Θέλουμε να βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν τους τρωγλοδύτες του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Θέλουμε να ζήσουμε σαν τους τρωγλοδύτες της Ευρώπης; Μην ανησυχείτε.

Δεν προτείνω δημοψήφισμα.

Αναρωτιέμαι απλώς πού κρύβεται αυτή η Ελλάδα που κάποτε μας επέβαλε τον σεβασμό απέναντι στην Ελλάδα; Μήπως ήρθε η ώρα, να ασχοληθούμε με τη χώρα και να αφήσουμε στους λοχίες της πολιτικής τις συντάξεις;

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή

18/10/2015