Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ενδιαφέροντα άρθρα

Η κατά Γιάνην Αξιοπρέπεια


Tης Μαργαρίτας Ζαχαριάδου

Ήταν μια ακόμα από τις πάμπολλες συνεντεύξεις του Γιάνη Βαρουφάκη, αυτή που έδωσε πριν από 2-3 μέρες στο Bloomberg. Ο υπουργός, με τα άπταιστα αγγλικά του, αν και όχι χωρίς μια ελαφρά νευρικότητα, υπεραμύνθηκε για μια ακόμα φορά των (εντός ή εκτός εισαγωγικών) επιλογών του και, όπως ήταν αναμενόμενο, υποστήριξε ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ουδόλως απέστη των προεκλογικών της δεσμεύσεων για κατάργηση της τρόικας και σκίσιμο του μνημονίου. Το αν οι χειμαρρώδεις εξηγήσεις του ήταν πειστικές ή όχι, προφανώς εξαρτάται από τη γενικότερη θεώρηση καθενός ακροατή, και η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν πολυασχολήθηκε μ’ αυτές. Εκείνο που ουσιαστικά έμεινε από την όλη συνέντευξη ήταν το σχόλιο-απόδειξη συνέπειας λόγων και έργων που ο ίδιος ο υπουργός κράτησε, ως κερασάκι, για το τέλος:

«Και ξέρετε, ο κόσμος αυτός [ενν. ο ελληνικός λαός] εκείνο που θέλει δεν είναι ούτε δουλειές, ούτε καν λεφτά. Ξέρετε τι θέλει; [«Πείτε μου», προλαβαίνει ίσα-ίσα να τον προτρέψει ο δημοσιογράφος – αχρείαστη προτροπή] Θέλει Αξιοπρέπεια». Και σπεύδει με την ίδια ανάσα να εξηγήσει: «Θέλει μια κυβέρνηση που πηγαίνει στο Eurogroup, που πηγαίνει στο Ecofin, που πηγαίνει στη διάσκεψη κορυφής της Ε.Ε., που συζητά τα θέματα με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, με την προοπτική να αποκαταστήσει την πολύ απλή ιδέα ότι ο ελληνικός λαός πρέπει να έχει λόγο στις συνθήκες και στο πρόγραμμα και στα μέτρα που θα μας βγάλουν από αυτόν τον βούρκο. Και αυτό, του το δώσαμε».

Νομίζω πως εύκολα θα μπορούσε να συνοψιστεί η σκέψη του υπουργού εδώ στη φράση «Η προσπάθεια μετράει». Στην οποία προσπάθεια, βέβαια, έχει ήδη αποδοθεί η άκρως φορτισμένη έννοια της «αξιοπρέπειας». Αυτό που έδωσε, δηλαδή, η κυβέρνηση στον ελληνικό λαό, λέει ο κύριος Βαρουφάκης, ήταν η ικανοποίηση ότι τις προηγούμενες δύο «διαβολοβδομάδες», πήγε στους θεσμούς έχοντας κατά νου να υπενθυμίσει (στους θεσμούς) ότι η γνώμη του κόσμου (προφανώς, όσο γενικά αποτυπώθηκε αυτή στο εκλογικό αποτέλεσμα) θα πρέπει να ακούγεται. Αυτό ήταν το ζητούμενο. Να ακουστεί. Ασχέτως, μάλλον, του αποτελέσματος.

Θα έλεγα ότι ο κύριος Βαρουφάκης παραβιάζει ανοιχτές θύρες. Ή αλλιώς, βάζει τον πήχη πολύ, πάρα πολύ χαμηλά, ακόμα κι αν ως μέτρο σύγκρισης έχει αυτά για τα οποία κατηγορεί (δικαίως ή αδίκως) τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Η ιδέα ότι «η προσπάθεια μετράει» είναι θαυμάσια και εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας όταν μιλάμε για ερασιτεχνικές ενασχολήσεις ή χόμπι. Μόνο που εδώ δεν έχουμε τίποτα τέτοιο, τουλάχιστον για την Ελλάδα. Εδώ έχουμε μια χώρα στο χείλος της καταστροφής, που για να απομακρυνθεί από εκεί, χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από τη στιγμιαία ικανοποίηση ότι η κυβέρνηση θύμισε στους εταίρους μας ότι η φωνή του λαού πρέπει να ακούγεται. Κάθε πολιτικός με επίγνωση της πραγματικότητας θα κατανοούσε ότι μια τέτοια ικανοποίηση δεν αρκεί. Από την άλλη, βέβαια, ένας χομπίστας, homo novus στην άσκηση πολιτικής και στην ατέλειωτη περιπλοκότητά της, θα προσπαθούσε να πείσει ότι αυτό ασφαλώς και αρκεί. Γιατί «αυτό» είναι «αξιοπρέπεια».

Ο κύριος Βαρουφάκης δεν εφηύρε τον τροχό με την αποστροφή του λόγου του περί αξιοπρέπειας. Στην ουσία, επιχείρησε απλώς να θεωρητικοποιήσει τη λέξη που αποτέλεσε ένα από τα βασικά προεκλογικά συνθήματα του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και των ΑΝΕΛ), να προσδώσει στο σύνθημα ένα περιεχόμενο που να μπορεί, ενδεχομένως, να σταθεί εκτός εκλογικού ακροατηρίου, εκεί όπου τα συνθήματα δεν αρκούν χωρίς μια κάποια επεξήγηση – σε μια συνέντευξη σε διεθνές μέσο, για παράδειγμα. Έτσι, προέβη σε μια άτοπη, ατυχέστατη ιεράρχηση, την οποία μάλιστα «φόρτωσε» στον λαό: από τη μια το (κάπως μπανάλ και ποταπό) αίτημα για «δουλειές» και «χρήματα», κι από την άλλη η (υψηλή) έννοια της «αξιοπρέπειας», όπως την αντιλαμβάνεται τουλάχιστον εκείνος.

Και δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται σε αυτήν. Λίγο πριν τις εκλογές είχε δηλώσει ότι η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί το «πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου», τον ηρωισμό του «ΟΧΙ» που θα βροντοφωνάξει ο ίδιος, ως άλλος Μεταξάς, εξ ονόματος του Λαού. Προφανώς, τα επιμέρους στοιχεία του έπους του ’40 (μολονότι το ΟΧΙ δεν ειπώθηκε ακριβώς στους Γερμανούς) εξυπηρετεί τα μάλα στην προσπάθεια να συνδεθεί η τωρινή, άθλια κατάσταση με κάτι που όχι μόνο υπήρξε πραγματικά ηρωικό και αξιοπρεπές, αλλά που επίσης ο χρόνος έχει αμβλύνει και όλες τις σκοτεινές, άκρως δυσάρεστες πτυχές του. Η δήλωση εκείνη είναι άκρως αποκαλυπτική τού τι συνέβαινε (και μάλλον συμβαίνει ακόμα) στο φαντασιακό του, με το οποίο φροντίζει να τροφοδοτεί περαιτέρω το φαντασιακό του κόσμου, ακούραστα και τακτικότατα.

Ο κύριος Βαρουφάκης όμως έχει στα χέρια του πολύ συγκεκριμένα και επείγοντα προβλήματα – μεταξύ αυτών, την τερατώδη, αναξιοπρεπή ανεργία και την επίσης αναξιοπρεπέστατη πτώση του βιοτικού επιπέδου σχεδόν ολόκληρου του πληθυσμού. Επιλέγει ωστόσο να ταυτίσει/μπερδέψει τους ρόλους του λαού ως εκλογικού σώματος και της κυβέρνησης ως εκπροσώπου του και ποιος βρίσκει τις συγκεκριμένες λύσεις («ο λαός πρέπει να έχει λόγο στις συνθήκες και στο πρόγραμμα και στα μέτρα που θα μας βγάλουν από αυτόν τον βούρκο»), και προβαίνει σε μια κενή περιεχομένου θεωρητικολογία περί προτεραιοτήτων (που από μόνη της είναι η πεμπτουσία του απολιτίκ) για να καλύψει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν έχει καμία λύση για τα προβλήματα – και σίγουρα όχι τις λύσεις που υποσχέθηκε και που ως εκ τούτου θέλει τώρα ο κόσμος. Θυμίζει κάπως αστροφυσικό που καλείται να ξηλώσει και να επισκευάσει μια πρίζα (ή ενδεχομένως μια ολόκληρη ηλεκτρική εγκατάσταση), και αντ’ αυτού, ενώ τα τρόφιμα σαπίζουν στο νεκρό ψυγείο, δίνει διαλέξεις περί ηλιακών εκρήξεων και της επίδρασής τους στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της Γης. (Ενδεχομένως, κακώς εκλήθη κατ’ αρχήν για μια τέτοια δουλειά ο αστροφυσικός, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.)

Ταυτόχρονα, βιάζει την έννοια της αξιοπρέπειας, απογυμνώνοντάς την από βασικότατα στοιχεία του περιεχομένου της, όπως η ειλικρίνεια και η διάρκεια. («Αυτό, του το δώσαμε». Πάει.) Και παράλληλα, δίνει ένα πολύ επικίνδυνο μάθημα: γιατί βέβαια αξιοπρέπεια δεν είναι να αφήνεις, ως λαός, να σου υποδεικνύουν εν καιρώ ειρήνης έναν Μεγάλο Εξωτερικό Εχθρό για να τον μισείς, ούτε, ως κυβέρνηση, να υποδαυλίζεις, συστηματικά και επίμονα, το τοξικό μίσος ενός ταλαιπωρημένου λαού για τον εν λόγω Εχθρό (τους Γερμανούς, στην προκειμένη περίπτωση) και ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες απαιτούν, αν μη τι άλλο, συνεργασία. Αξιοπρέπεια δεν είναι η καλλιέργεια κανενός είδους «εθνικισμού». Στην καλύτερη περίπτωση, μια τέτοια κυβέρνηση υποβιβάζει τον λαό της στο επίπεδο του, κατά την Άρεντ, τέλειου υποτελούς του ολοκληρωτισμού, που αδυνατεί να διακρίνει τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, πραγματικότητας και φαντασίας, τόσο του ίδιου όσο και των κυβερνώντων του.

Δημοσιεύθηκε στο dim/art