Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ομιλίες

Ομιλία Σπ.Λυκούδη στην παρουσίαση του βιβλίου της Μ. Αποστολάκη "Το Τέλος της Μεταπολίτευσης:Η ώρα της Επανεκκίνησης

Κυρίες και Κύριοι,

Αγαπητοί φίλοι,

Το βιβλίο της Μιλένας Αποστολάκη που συζητάμε σήμερα έχει εξαιρετικά επίκαιρο χαρακτήρα, μολονότι αποτελείται από άρθρα και αναρτήσεις της των 2 τελευταίων ετών. Κι αυτό διότι τα θέματα τα οποία πραγματεύεται εξακολουθούν να παραμένουν στην επικαιρότητα και θα εξακολουθήσουν, εάν η χώρα δεν αλλάξει πορεία.

Στις θεματικές ενότητες στις οποίες ομαδοποιούνται τα άρθρα της, όπως Διχασμός ως Ιδεολογία, Ο Διχασμός στην Παιδεία, Χειραγώγηση και Ενημέρωση, Δημοψηφίσματα, Προσφυγικό, Τρομοκρατία και άλλα, βρίσκουμε σοβαρές αναλύσεις και σκέψεις με τις οποίες δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει, ιδιαίτερα βέβαια όσοι κινούνται σε παρεμφερή και όμορα πολιτικά μήκη κύματος.

Το θεματικό εύρος του βιβλίου δεν επιτρέπει ευρύτερη αντιμετώπιση στο πλαίσιο μια σύντομης παρέμβασης. Γι αυτό αναγκαστικά θα περιοριστώ σε δύο ελλειπτικές μάλλον παρατηρήσεις, ευρέος όμως φάσματος, εάν μου επιτρέπεται ο όρος.

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να σταθούμε για λίγο στον τίτλο του βιβλίου – Το Τέλος της Μεταπολίτευσης - που από μόνος του μπορεί να προκαλέσει έντονες συζητήσεις.

Έχει άραγε τελειώσει η περίοδος που αποκαλούμε Μεταπολίτευση;

Βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας εποχής;

Φτάσαμε σε ένα τέλος και χρειαζόμαστε μια νέα αρχή, μια νέα επανεκκίνηση;

Έχουμε γυρίσει σελίδα;

Πρόκειται για συμβολικό ή ουσιαστικό πολιτικό ορόσημο;

Πραγματικότητα ή ευσεβής πόθος;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά κάθε άλλο παρά εύκολες είναι.

Κι αυτό διότι θα πρέπει κανείς να συμφωνήσει στον ορισμό της Μεταπολίτευσης και στα όρια στα οποία θα πρέπει να τεθεί η διαχωριστική γραμμή που την χωρίζει από τη νέα εποχή.

Η Μιλένα φαίνεται να υποστηρίζει ότι αυτό που σφραγίζει το ιστορικό τέλος της Μεταπολίτευσης είναι αφενός μεν η διαδικασία εφαρμογής του τρίτου και επαχθέστερου Μνημονίου αφετέρου δε η συνειδητοποίηση της νέας πραγματικότητας από πολίτες, ετερόκλητης πολιτικής και κοινωνικής προέλευσης,. «Τώρα οι περισσότεροι πλέον γνωρίζουν» γράφει τον Αύγουστο του 2015 χαρακτηριστικά, στο άρθρο της «Το Τέλος της Μεταπολίτευσης», όπου και αναπτύσσει την επιχειρηματολογία της για έναν νέο ιστορικό κύκλο. Σε άλλα άρθρα της υποστηρίζει συναφώς ότι το ακραίο πολωτικό και φανατισμένο δίπολο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο έχει εκλείψει κι ότι το πιο παλιό δίπολο Αριστερά-Δεξιά έχει εξασθενήσει κι ότι ο διχασμός έχει de facto υποχωρήσει. Αισιόδοξα θα έλεγα συμπεράσματα.

Θα μου επιτρέψει να είμαι σχετικά επιφυλακτικός στην άποψη ότι οι πολίτες της χώρας μας έχουν συνειδητοποιήσει τα αίτια της κρίσης κι ότι είναι έτοιμοι να γυρίσουν σελίδα. Πολλές έρευνες της κοινής γνώμης δείχνουν μάλλον το αντίθετο. ‘Ότι δηλαδή ο βαθμός αυτοσυνειδησίας και αυτοκριτικής είναι απελπιστικά χαμηλός. Αυτό συνάγεται όταν η πλειοψηφία, φαίνεται να πιστεύει ότι η ένταξή μας στην ΕΕ ωφέλησε περισσότερο αυτή κι όχι εμάς, όταν το επιτόκιο του 1% των δανείων που μας έχουν χορηγήσει θεωρείται τοκογλυφία, ότι εταίροι και σύμμαχοι θεωρούνται εχθροί. Σταματώ, διότι ο Κατάλογος, δυστυχώς, είναι πολύ μακρύς.

Οι ευθύνες για τη σημερινή μας κατάσταση αποδίδονται σε ανατριχιαστικά ποσοστά σε διάφορους άλλους πλην ημών. Ασφαλώς, την πρωταρχική πολιτική ευθύνη γι αυτό το φαινόμενο, μετά από 9 χρόνια κρίσης, ανεπιφύλακτα φέρουν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Δεν εννοώ μόνο το σημερινό επικίνδυνο και καταστροφικό συνονθύλευμα των αριστεροδεξιών εθνολαϊκιστών, αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν πριν την κρίση. Κάποια κριτική και αυτοκριτική έχει γίνει, αλλά τα αίτια της κρίσης δεν έχουν φωτιστεί ιδεολογικά και πολιτικά. Καθένας υπερασπίζεται τα πεπραγμένα του.

Με κανένα τρόπο δεν θα ήθελα να στρέψω τη συζήτηση στο παρελθόν με επίκεντρο τη Μεταπολίτευση, αν μη τι άλλο διότι είμαι από αυτούς που αναγνωρίζουν ευθέως ότι οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας, ανεξάρτητα από τις δικές μου πολιτικές και ιδεολογικές προτιμήσεις, έκαναν τις σωστές συμμαχίες και τις σωστές επιλογές για τη χώρα. Ιδιαίτερα με την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη η Ελλάδα εδραίωσε το δημοκρατικό της καθεστώς και την εξωτερική ασφάλειά της, άλλαξε κυριολεκτικά όψη, αναβάθμισε τη γεωπολιτική της αξία, έγινε φάρος ειρήνης, προόδου, σταθερότητας και ευημερίας με επιρροή στη γειτονιά της. Χωρίς υπερβολή, μια αξιοζήλευτη και οικονομικά ανθηρή συγκριτικά χώρα παρά τα μεγάλα προβλήματά της.

Με συμβατικούς όρους, θετικό-αρνητικό, που απλοποιεί βέβαια μια σύνθετη ιστορική κριτική αποτίμηση, θα έλεγα ότι το ισοζύγιο είναι απολύτως θετικό.

Ωστόσο, τα χρόνια προβλήματα και οι αδυναμίες μας και κυρίως οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν ως γενεσιουργοί παράγοντες της κρίσης, η πολιτική κουλτούρα που επικράτησε και όλες οι γνωστές παθογένειες που δε χρειάζεται να απαριθμήσω ελάχιστα συζητήθηκαν στο δημόσιο διάλογο. Παρέμειναν σε ένα στενό κύκλο. Δε διαπότισαν το κοινωνικό σώμα.

Πέρα από το ότι έχουν επικρατήσει άλλες ερμηνείες για την κρίση που νομίζω όλοι γνωρίζουμε.

Διερωτώμαι λοιπόν, με τέτοιο επίπεδο αυτογνωσίας, με την πλήρη απαξίωση του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών και των θεσμών, με το «κανείς» να έρχεται σταθερά πρώτο κόμμα, με τους πολίτες οργισμένους, θυμωμένους, αποστασιοποιημένους, απογοητευμένους από την πλήρη και παταγώδη διάψευση της εθνολαϊκιστικής Επαγγελίας, την αποκάλυψη της πολιτικής απάτης και τον ευτελισμό κάθε ήθους και πολιτικής αρετής από αυτούς που επικαλέστηκαν και επικαλούνται ένα δήθεν «ηθικό πλεονέκτημα» ως άλλοθι μιας ανήθικης στην ουσία διαπλοκής, πολιτικής συναλλαγής και προσκόλλησης στην εξουσία, με τον αντι-δυτικισμό και αντι-ευρωπαϊσμό σε επικίνδυνα πλέον επίπεδα,

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και σε τέτοιο κλίμα

πώς είναι δυνατόν να κάνουμε επανεκκίνηση, να γυρίσουμε σελίδα;

Μια πρόσφατη έρευνα εγκυρότατου αμερικανικού Ιδρύματος (Pew) έδειξε, μεταξύ άλλων, ότι το 89% των Ελλήνων πιστεύει ότι η ελληνική κουλτούρα είναι ανώτερη αυτής των άλλων λαών, ενώ το 69% υποστηρίζει ότι η Ρωσία έχει υποχρέωση να προστατεύει τους Ορθόδοξους Χριστιανούς εκτός των συνόρων της, για να μην αναφέρω ποιος είναι ο πιο δημοφιλής και μάλιστα με διαφορά παγκόσμιος ηγέτης στη χώρα μας.

Όλα αυτά βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνουν την αναγκαιότητα για επανεκκίνηση, για ένα νέο ξεκίνημα. Η πεποίθηση όμως αυτή, που απόλυτα συμμερίζομαι, με μεταφέρει αμέσως

στη δεύτερη, ευρέος φάσματος, παρατήρηση.

Επανεκκίνηση από ποιες κινητήριες πολιτικές δυνάμεις, προς ποια κατεύθυνση, με ποιους εθνικούς στόχους; Με ποια προοπτική;

Η Μιλένα απαντά σε αυτά τα ερωτήματα με ένα τρόπο σωστό μεν αλλά αναπόφευκτα γενικό. Διότι, όλοι θα συμφωνούσαμε, πιστεύω, με τις παρατηρήσεις της, ενδεικτικά και πάλι, περί παρωχημένου κρατισμού, ανάγκης Εθνικού Σχεδίου για να φύγουμε οριστικά από το τέλμα και τα αδιέξοδα και τα συναφή. Στην περίοδο που περάσαμε ίσως το γενικό να μην μπορούσε να αποφευχθεί. Είναι, όμως, επιτακτική ανάγκη να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Το συγκεκριμένο μπορεί να είναι και δυσάρεστο, αλλά είναι πιο επαναστατικό.

Όπως, επίσης, πιο συγκεκριμένοι σχετικά με τον πολιτικό χώρο του Κέντρου στον οποίο εναποθέτει τις ελπίδες της καθώς και στη «νέα πλειοψηφία υπεύθυνων φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων» στην οποία αναφέρεται.

Δε θα ήθελα και πάλι την αποψινή μας συζήτηση να επικαλύψει ένα και μοναδικό θέμα. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να αναφέρω επιγραμματικά πόσο με θλίβει ο κατακερματισμός των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς και του προοδευτικού μεσαίου χώρου. Το πόσο επιτακτικό για τη χώρα, την ισορροπία και σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, την καλή και προοδευτική της διακυβέρνηση είναι να κάνουμε όλοι μας τις αναγκαίες συλλογικές και προσωπικές υπερβάσεις για να δώσουμε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, ένα Νέο Όραμα, Ρεαλιστική Ελπίδα, Αισιοδοξία και Προοπτική στους χειμαζόμενους πολίτες.

Διότι, η Προοπτική αυτή εδράζεται σε δυο αλληλένδετες προϋποθέσεις: α) στην ιδεολογική, και πολιτική στρατηγική ήττα του αριστεροδεξιού εθνολαϊκισμού και β) στην ενότητα των διάσπαρτων πολιτικών δυνάμεων του μεσαίου χώρου, του προοδευτικού Κέντρου, της Ανανεωτικής Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, της ευρύτερης Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης.

Είναι γνωστές οι σημερινές δυσκολίες του εγχειρήματος της ενότητας του χώρου. Πασίγνωστοι οι κίνδυνοι από τον ήδη διαμορφωμένο δικομματικό διπολισμό.

Είναι, όμως, πασιφανές ότι χωρίς μια τέτοια ενότητα η χώρα δεν πρόκειται να αλλάξει σελίδα, όπως την εννοούμε και τη θέλουμε.

Εγώ, τουλάχιστον, δεν πρόκειται να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Θα επιμείνω, όχι μόνο διότι πιστεύω ότι οι πολιτικές θέσεις που οι σύντροφοι μου και εγώ έχουμε αναπτύξει έχουν εκ των πραγμάτων δικαιωθεί. Αυτό, εάν θέλετε, μπορεί να μην έχει και τόση σημασία,

αλλά διότι πιστεύω ότι η ίδια η πολιτική πραγματικότητα θα επιβάλλει τελικά τις απαιτούμενες λύσεις. Όσοι την αγνοήσουν θα φέρουν και την ευθύνη.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το βιβλίο της Μιλένας όχι μόνο είναι επίκαιρο αλλά και εξαιρετικά πολύτιμο. Διότι, εκτός των άλλων, τα κείμενα δονούνται από μια έντονη αγωνία για το μέλλον της χώρας, από ένα πάθος πολιτικής συμβολής με πειστικά και ορθολογικά επιχειρήματα, που δε συναντάμε εύκολα σήμερα στο δημόσιο διάλογο.

Εάν το βιβλίο δεν είχε άλλες αρετές αυτός και μόνο ο λόγος θα ήταν επαρκής για να την ευχαριστήσουμε από βάθους καρδίας.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Ενδιαφέροντα άρθρα

30.07.2017
Η ελπίδα σε αποδρομή, του Π. Μαρτινίδη
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
30.07.2017

Η Μεταπολίτευση που μισήσαμε, του Σ. Πολυμίλη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
16.07.2017
Πιπέρι στο στόμα, του Π. Τσίμα
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ