Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ομιλίες

Ομιλία του Σπ. Λυκούδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Μαυρουδή “BOOKFACE”

Παρακολουθώ από καιρό και όσο μπορώ από κοντά τους γραπτούς σχολιασμούς του Νότη Μαυρουδή (τα μικρά του κείμενα όπως ο ίδιος τα ονομάζει) είτε όταν μου τα στέλνει (και τον ευγνωμονώ γι’ αυτό) είτε αναζητώντας τα στους τόπους που τα δημοσιεύει.

Φανταστείτε τη χαρά αλλά και τη τιμή που ένοιωσα όταν μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι τα εκδίδει, ότι θα τα παρουσιάσει και ότι θα ήθελε να είμαι ένας από τους παρουσιαστές τους.

Γνώρισα τον Νότη στα χρόνια της νιότης μας. Στα δύσκολα χρόνια, στα χρόνια που η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο, στα χρόνια των ύστερων κατατρεγμών.

Μικρά παιδιά, μαθητές ακόμα, βρεθήκαμε να κολυμπάμε στους αγώνες της νέας γενιάς τότε, για ελευθερίες – Δημοκρατία και ομαλότητα σε μια χώρα πολύ βασανισμένη.

Είμαστε τότε οι νέοι της Προδικτατορικής Αριστεράς μιας Αριστεράς που όπως γράφει σε ένα από τα θαυμάσια και πολιτικά ολοκληρωμένα του σχόλια ο Νότης υπήρξε «παρά τις αγκυλώσεις και τις εξαρτήσεις της το καλύτερο σχολείο πολιτικής συνείδησης».

Γνωριστήκαμε στα δύσκολα λοιπόν χρόνια αλλά και τόσο τρυφερά σε μια περίοδο που η πολιτική και ο πολιτισμός αλληλοτροφοδοτούνταν με μια δύναμη ζωογόνα. Τι να πρωτοθυμηθώ από αυτή την πολιτική και πολιτιστική έκρηξη των ’60.

Ποιητές, λογοτέχνες, θεατράνθρωποι, μουσικοί, εικαστικοί, δημιουργούσαν και έβαζαν τα θεμέλια ενός νέου ξεκινήματος της πατρίδας μας, πνευματικού και δημοκρατικού.

Σ’ αυτή την εποχή, σ’ ένα τέτοιο εκρηκτικό κλίμα, ανδρώνεται, διεκδικεί και κατακτά τη θέση του ως στοιχείο της πνευματικής Ελλάδας που αναγεννιέται, ο Νότης Μαυρουδής.

Σήμερα δεν παρουσιάζουμε βέβαια τη δημιουργική πορεία του Νότη στα πολλαπλά της επίπεδα, αλλά τα γραπτά του πονήματα στο BOOKFACE.

Δεν θα μπορούσα όμως να μιλήσω για τον Νότη χωρίς να τρέξει πίσω η μνήμη μου. Γιατί Νότη μου, όπως γράφεις και εσύ στο βιβλίο σ’ αυτή τη θαυμάσια λογοτεχνικά αναφορά σου για τους ήχους από τις χαραγματιές του βινυλίου ότι έχει «και η ακρόαση μνήμη» έτσι κι εγώ όταν μιλάω για τον Νότη Μαυρουδή, η μνήμη τρέχει πίσω.

Στις διαδηλώσεις για το 1-1-4 και το Βιετνάμ αλλά και στην Πλάκα στις μπουάτ, στο Τετράδιο και στις Εσπερίδες, στα Ταβάνια, στην Απανεμιά…

Διάβασα τα κομμάτια του BOOKFACE και όπως πολλές φορές μας συμβαίνει όταν ταυτιζόμαστε με κρίσεις, εκτιμήσεις ή αισθήματα, με όνειρα ή απογοητεύσεις ακόμα και με θυμούς αναρωτιόμουν «καλά τα έχουμε κουβεντιάσει αυτά και μαζί;»

Ο Νότης γράφει με σαφήνεια, περιεκτικότητα και καλλιέπεια. Έτσι όπως θυμάμαι ότι ήταν και ο ραδιοφωνικός του λόγος σαφής και περιεκτικός.

Σκέφτομαι τι να πρωτοσχολιάσω από τους 200 περίπου δικούς του σχολιασμούς τους τόσο ανοιχτούς, καθαρούς διαφανείς, που γράφτηκαν χωρίς καμία προσπάθεια (και αυτό φαίνεται) να κρατήσουν ισορροπίες για να ευχαριστήσουν όλους τους αναγνώστες.

Ο Νότης γράφει αυτό που σκέφτεται και δεν τον νοιάζει αν θα ενοχλήσει συντηρητικούς αναγνώστες ή προοδευτικούς της προχειρότητας και αναρχικούς του καναπέ.

Γράφει για την ενόχληση του και την πικρία του όταν σατιρίζεται η μονολιθικότητα του ΚΚΕ μέσα από την παρωδία της «Κατιούσα» που ο ίδιος όμως την έχει εισπράξει με τον βαθύ συναισθηματισμό της νιότης του.

Ενοχλείται όταν ακούει και διαβάζει τις επιθέσεις που δέχθηκε η προσπάθεια να διασωθεί το καταχρεωμένο Μέγαρο Μουσικής μέσα από κρατική ρύθμιση των χρεών του, από διάφορες παρατηρήσεις του τύπου «ο κόσμος πεινάει και το κράτος χαρίζει εκατομμύρια στο Μέγαρο» χαρακτηρίζοντας αυτές κρίσεις  «κουβέντες με μεγάλη δόση άγνοιας και λαϊκισμού». Νότη σε ευχαριστώ για αυτό το σχόλιο (το 99) γιατί συγκρούσθηκα και με φίλους βουλευτές όταν έχοντας την ίδια γνώμη για την διάσωση του Μεγάρου, για να μην κλείσει δηλαδή, ήθελα να υπερψηφίσω τη ρύθμιση στη Βουλή.

Ο Νότης με θάρρος σχολιάζει επίσης αρνητικά αυτήν την πρόχειρη ρηχή και επιφανειακή αντίληψη περί της σημαντικότητας του «νέου» απέναντι στο «παλιό» σε διάφορα επίπεδα, αλλά και σε αυτό της πολιτικής θα συμπλήρωνα εγώ. Ο Νότης λέει πως το «παλιό» ως χρονικός προσδιορισμός προφανώς έχει γίνει παρελθόν. Ως έργο όμως; αναρωτιέται. Τι σημαίνει; ότι «εκλείπουν οι χυμοί των νοημάτων του;» όπως γράφει. Και ο Περγκολεζι, ο Βιβάλντι, ο Προκοφιεφ οι βυζαντινοί ύμνοι, το ρεμπέτικο; λέει ο Μαυρουδής. Έχουν παλιώσει και τελειώσει;

Το παλιό πολιτικό σύστημα είναι γεμάτο ενοχές και λάθη λέω εγώ, και αμαρτίες. Αλλά η ισοπέδωση; γιατί;

Τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης υπήρξαν ή όχι και τα χρόνια με τη σταθερότερη πολιτική Δημοκρατία από την ίδρυση του νεώτερου ελληνικού κράτους.

Τα τρυφερά κομμάτια του βιβλίου είναι και η φανερή πλευρά του τρυφερού Νότη Μαυρουδή. Σκέφτομαι πως αισθάνεται όταν γράφει συγκινημένος για την Ιζαμπελ Βάργκας Λιζιάνο ή για τον Paco de Lucia.

Τον σκέφτομαι πως ένοιωθε όταν έγραφε τη νεκρολογία του Λάκη Παππά και του Νίκου Χουλιαρά.

Ξέρω πώς γράφτηκαν αυτά τα κείμενα γιατί ξέρω πως ήμουνα κι εγώ όταν τα διάβαζα. Αυτό βέβαια που δεν έμαθα Νότη είναι πώς γράφεται ένα τραγούδι. Είχα πάντα αυτό το ερώτημα μέσα μου, διάβασα και ξαναδιάβασα τις αναφορές σου σ’ αυτό αλλά πάλι δεν μπόρεσα να καταλάβω. Να δούμε…

Τελειώνω τη δική μου ματιά στο BOOKFACE του Νότη με τι άλλο, ένα κομμάτι του για από την «Αποκάλυψη Τώρα» όχι του Κόπολα αλλά της σημερινής Αριστεράς.

«Λυπάμαι, αλλά το σημερινό θέμα στον πολιτικό στίβο, εστιάζεται κυρίως στην Αριστερά και στις ανεξέλεγκτες παλινδρομήσεις της. Έγινε η «Αποκάλυψη Τώρα» στην πιο κρίσιμη καμπή που περνάει η χώρα μαζί με τους απελπισμένους πολίτες της. Η προσοχή μας εστιάζεται σε μια κατολίσθηση «ηθικής τάξης» που θα γραφτεί στην Ιστορία της παράταξης με τους πρωταγωνιστές, όπως φάνηκε, ανίκανους να κρατήσουν τα θετικά στοιχεία των καταβολών της» γράφει ο Νότης.

Έτσι είναι δυστυχώς.

Και να πω πως μέσα σε όλες τις δυσκολίες, τις διαψεύσεις, τις απογοητεύσεις αυτής της μακράς πια διαδρομής της δικής μου γενιάς στην Αριστερά, εγώ αισθάνομαι πάντως τυχερός γιατί έζησα τουλάχιστον στα χρόνια της νιότης μου την πολιτική και πολιτιστική έκρηξη της δεκαετίας του ’60 τότε που η Αριστερά και ο πολιτισμός αν δεν ήταν έννοιες ταυτόσημες, ήταν όμως σφιχτά αγκαλιασμένες.

Υπήρξα τυχερός γιατί δέθηκα με έναν έρωτα έντονο, άλογο και πάναγνο με την Αριστερά τότε, γιατί διαδήλωνα μέρα και νύχτα, γιατί πήγαινα στον ΚΟΥΝ, γιατί έχω δει από 2-3 φορές και την ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ και την ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ, γιατί έχω βρεθεί άπειρες βραδιές στα σκαμπώ των Μπουάτ της Πλάκας με τα κεριά στα μπουκάλια του VAT 69 γιατί έχω ακούσει στην πρώτη της φορά και έχω τραγουδήσει μαζί με τον Διονύση τη «Συννεφούλα» στην ταβέρνα του Κότη του Κερκυραίου στην Κάνιγγος και κυρίως γιατί υπήρξα και είμαι 50 χρόνια φίλος του Νότη.

Νότη είμαι αλήθεια πολύ τυχερός που με θεωρείς φίλο σου.

Ενδιαφέροντα άρθρα

04.09.2017

Το καλοκαίρι ανήκει στα νιάτα, του Φ. Γεωργελέ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
02.09.2017

Υποψήφιοι αλλά και συνιδρυτές, του Γ. Βούλγαρη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
30.07.2017
Η ελπίδα σε αποδρομή, του Π. Μαρτινίδη
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ