Άκουε πολλά, λάλει καίρια.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
  • Ομιλίες

Ομιλία στους Αξιωματικούς Σπουδαστές της Σχολής Εθνικής Αμύνης, με θέμα την Εξωτερική Πολιτική και Άμυνα της χώρας

Αγαπητοί κύριοι, 

Σας καλωσορίζω κι εγώ με τη σειρά μου στην Επιτροπή μας και θέλω να σας εκφράσω την εκτίμησή του Ποταμιού σε σας, στο ρόλο σας και στο έργο που επιτελείτε.

Πριν αναφερθώ, κατ’ ανάγκη ελλειπτικά, επιλεκτικά και επιγραμματικά, σε ορισμένα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής θα ήθελα να κάνω ορισμένες γενικές παρατηρήσεις που κατά την άποψή μου επέχουν θέση οιονεί αξιωματικών αρχών. Κατ’ ανάγκη θα είναι κι αυτές σύντομες και συμπυκνωμένες.

1.  Οι διεθνείς σχέσεις είναι σχέσεις ισχύος. Πέραν από τη δεξιότητα με την οποία ασκούνται και η οποία, βέβαια έχει τη σημασία της, αντανακλούν βασικά το οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό κεφάλαιο κάθε χώρας σε συγκεκριμένες στιγμές γεωπολιτικής ισορροπίας και συσχετισμού δυνάμεων. Εξ ου και οι διάφορες εκφάνσεις της ήπιας και σκληρής ισχύος.

2.Η εξωτερική πολιτική, υπό ομαλές συνθήκες, υπακούει σε ορισμένες σταθερές που δεν μεταβάλλονται με την αλλαγή κυβερνήσεων. Υπάρχει συνέχεια και σπανιότατα ριζική αλλαγή κατεύθυνσης ή ανατροπή.

3.Το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι αυτονόητο ιδιαίτερα για τους ισχυρούς οι δε ηθικές ή ανθρωπιστικές, που ασφαλώς αποτελούν μεγάλη κατάκτηση, αρχές πολλές φορές κάμπτονται ενώπιον υπέρτερων εθνικών συμφερόντων.

4.Στις σχέσεις μας με τα άλλα κράτη το εθνικό συμφέρον επιβάλλει το διάλογο και τη συνεργασία με καθεστώτα που δεν έχουν τη δική μας δημοκρατική δομή, τις δικές μας ελευθερίες και δεν συμμερίζονται τις δικές μας δυτικές αξίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τα συναφή. Συχνά, ο εχθρός του εχθρού σου μπορεί να γίνει ενίοτε ο καλύτερος φίλος σου άνευ ενδοιασμών ή άλλων ηθικολογικών σταθμίσεων. Διότι, στον πυρήνα βρίσκουμε πάντα το εθνικό συμφέρον. Διάλογος, αμοιβαίοι συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, συμφωνίες αμοιβαίου οφέλους, ειρηνικές διαδικασίες είναι η γλώσσα της διπλωματίας.

5.Επειδή ακριβώς η εξωτερική πολιτική οφείλει να εκφράζει ανά πάσα στιγμή το συμφέρον του Κράτους δεν είναι νοητό να αποτελεί αντικείμενο μικρο-κομματικών ανταγωνισμών για Εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Αποτελεί μεγάλη κατάκτηση της περιόδου που αποκαλούμε Μεταπολίτευση η σύμπτωση και γενική συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν τη χώρα στα στρατηγικά θέματα και τους βασικούς προσανατολισμούς της εξωτερικής μας πολιτικής, παρά τις επί μέρους, καθ’ όλα θεμιτές και απαραίτητες, αποκλίσεις σε θέματα τακτικής και ενδεχομένως άμεσων προτεραιοτήτων. Θα πρέπει να διαφυλάξουμε την κατάκτηση αυτή ως κόρη οφθαλμού αντί να καταφεύγουμε σε εύκολους και παραπλανητικούς αφορισμούς που αμφισβητούν τον πατριωτισμό των άλλων ή την κατασκευή ανύπαρκτων εχθρών.

6.Η νεώτερη ιστορική μας διαδρομή ως ανεξάρτητου κράτους δείχνει ότι ο εθνικιστικός φανατισμός, η παραγνώριση των διεθνώς συσχετισμών, η απομόνωση και η έλλειψη ισχυρών συμμαχικών δεσμών οδήγησαν σε εθνικές καταστροφές και τραγωδίες. Αντίθετα, οι ισχυρές συμμαχίες, η αυτεπίγνωση, η εσωτερική οικονομική, πολιτική και αμυντική ισχυροποίηση διασφάλισαν την ελευθερία, την ανεξαρτησία, τη δημοκρατία, την ασφάλεια και την πρόοδο της χώρας. Δεν πρέπει να βαυκαλιζόμαστε ότι είμαστε ο ομφαλός της γης. Κανένα κράτος, όσο ισχυρό κι αν δείχνει, δεν είναι και κανένα δεν μπορεί να αγνοήσει τους άλλους διεθνείς παίκτες, όσο ασύμμετρες κι αν είναι οι σχέσεις από άποψη ισχύος και  ισορροπίας. Παρά τις ανισορροπίες το σημερινό διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αμοιβαίες εξαρτήσεις ενώ καλείται να αντιμετωπίσει από κοινού παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, το περιβάλλον, η υπανάπτυξη, η φτώχεια και οι ανισότητες και μια σειρά από προβλήματα που απαιτούν διεθνή συνεργασία.

Γι αυτό θα έθετα ως πρώτο θέμα της δικής μου παρέμβασης τη διατήρηση και την ενίσχυση της θέσης μας στο πλέγμα των αμυντικών και πολιτικών μας συμμαχιών. Συμμετέχουμε, παρά τις προσωρινές μας δυσκολίες, στον σκληρό πυρήνα του ευρώ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πιο σημαντικού εγχειρήματος διεθνούς συνεργασίας παγκόσμια στη μεταπολεμική εποχή, που έχει διασφαλίσει την ειρήνη, την ασφάλεια και την ευημερία μας. Αυτό είναι το σπίτι μας. Με τα τεράστια οφέλη που έχουμε αποκομίσει αλλά και με τις αδυναμίες του. Με την αλληλεγγύη του αλλά και τις αδικίες του. Έχουμε τις δικές μας ευθύνες αλλά και το δικό μας ρόλο να παίξουμε τη στιγμή μάλιστα που το οικοδόμημα δέχεται πλήγματα και κλονίζεται από σωβινιστικές και ακρο-δεξιές δυνάμεις. Μετά από τόσες θυσίες και δικές μας δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο μεσοπόλεμο και σε έναν καταστροφικό ανταγωνισμό αχαλίνωτων εθνικισμών. Η σθεναρή υπεράσπιση των ευρωπαϊκών αξιών καθώς και η προώθηση κοινών πολιτικών που θα κατατείνουν στη μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική ένωση, αμβλύνοντας τις ανισότητες Βορρά-Νότου και ενισχύοντας τις κοινές πολιτικές άμυνας και ασφάλειας αποτελεί την απάντηση στα σημερινά προβλήματα. Δεν πρέπει να τρέφουμε καμιά αυταπάτη ότι τα προβλήματα αυτά δεν είναι και δικά μας, με χτυπητό παράδειγμα τις τεράστιες ροές προσφύγων και μεταναστών που είναι αδύνατο να τις διαχειριστούμε χωρίς τη συνεργασία και τη βοήθεια των εταίρων μας. Θα πρέπει να πάψουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας ως «ειδική περίπτωση», να τακτοποιήσουμε τα του οίκου μας για να παίξουμε το ρόλο που μπορούμε και μας αξίζει ως μια σύγχρονη, δημοκρατική και ευημερούσα χώρα.

Συναφώς, η βελτίωση των διμερών μας σχέσεων με τις ΗΠΑ, την ισχυρότερη δύναμη στο ΝΑΤΟ και τον κόσμο, αποτελεί καθοριστικό και αναντικατάστατο παράγοντα της ασφάλειάς μας. Είναι αφελές, όμως, να πιστεύεται ότι μπορεί κανείς να αντιπαραθέσει τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό πυλώνα. Διότι, αυτές οι συμμαχίες είναι που μας επιτρέπουν με βάση τις γεωπολιτικές μας δυνατότητες να συμμετέχουμε σε στρατηγικής σημασίας περιφερειακές συνεργασίες και διαλόγους σε κρίσιμους τομείς, όπως το ενεργειακό.  Η χθεσινή (9/12) Διακήρυξη των Αθηνών, που προέκυψε από την τριμερή συνάντηση κορυφής Ελλάδος, Κύπρου και Αιγύπτου αποτυπώνει, στο ευρύ φάσμα των θεμάτων που καταγράφει, από την ενεργειακή συνεργασία μέχρι τη συλλογική καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους και της διεθνούς τρομοκρατίας, τις δυνατότητες αυτές για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων. Όπως εξίσου σημαντική είναι και η τριμερής συνεργασία στρατηγικού χαρακτήρα μεταξύ Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ. Αμφότερες οι συνεργασίες αυτές μας επιτρέπουν στο μέτρο των τωρινών μας δυνατοτήτων να διαδραματίζουμε ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ζωτικής για τα συμφέροντά μας. Όταν μάλιστα η ευρύτερη αυτή περιοχή κυριολεκτικά φλέγεται και σπαράσσεται από πολέμους στους οποίους εμπλέκονται ποικίλα διεθνή και διαφορετικά συμφέροντα.

Είναι σημαντικό να υπογραμμίσω κι εγώ ότι οι τριμερείς αυτές συνεργασίες στρατηγικού χαρακτήρα προς αμοιβαίο όφελος των χωρών που συμμετέχουν δεν στρέφονται εναντίον τρίτων χωρών. Γι αυτό είναι σημαντικό να συνομιλούμε με τους γείτονές μας ακόμη κι αν σήμερα επιδιώκουν να ακολουθήσουν μια μεγαλομανή και αναθεωρητική πολιτική αυτοκρατορικού συνδρόμου και μονίμως προβάλλουν διεκδικήσεις. Ο διάλογος, είναι ασφαλώς προτιμότερος από την αντιπαράθεση, μολονότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε διεκδικήσεις κι όχι απλώς κάποιες «διαφορές». Θα πρέπει να μένουμε σταθεροί στις θέσεις μας  και να προσπαθούμε, στο μέτρο του δυνατού υπό τις σημερινές δύσκολες οικονομικές συνθήκες, να κάνουμε το καλύτερο δυνατό για τη διατήρηση μιας αξιόπιστης «δύναμης αποτροπής» απέναντι σε όποιον αποπειραθεί να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία και της εδαφική μας ακεραιότητα, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα έξω από κάθε αποδεκτή έννοια διεθνούς δικαίου και καταστατικών διεθνών αρχών.

Όπως είναι αυτονόητο ότι οι συμμαχικοί μας δεσμοί δεν μας εμποδίζουν να αναπτύσσουμε και να βελτιώνουμε  τις διμερείς μας σχέσεις με άλλες χώρες, όπως επί παραδείγματι η Ρωσία ή το Ιράν, όπως άλλωστε πράττουν και άλλοι σύμμαχοι και εταίροι μας. Οι ίδιοι δεσμοί μας επιτρέπουν να ασκούμε τη Βαλκανική μας πολιτική και να προωθούμε την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτονικών μας χωρών, παρά τα προβλήματα που υπάρχουν στις σχέσεις μας και τα οποία μπορούν να επιλυθούν με διάλογο και καλή θέληση, που πολλές φορές λείπουν από τις άλλες πλευρές είτε λόγω εθνικιστικών και αλυτρωτικών παροξυσμών είτε λόγω παρεμβάσεων άλλων χωρών.

Λανθάνουν, όμως, αν πιστεύουν ότι η σημερινή οικονομική μας κατάσταση μπορεί να αποτελεί γι αυτούς κάποια «ευκαιρία» για απομάκρυνση από την πολιτική της καλής γειτονίας, της ειρηνικής επίλυσης των προβλημάτων και της κάμψης της ελληνικής αποφασιστικότητας.

Άφησα ως τελευταίο σημείο της παρέμβασής μου το θέμα της Κύπρου, όχι διότι είναι λιγότερο σημαντικό – αντίθετα το θεωρώ ως κορυφαία προτεραιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής – αλλά διότι οι συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις, όπως είπε και ο Πρόεδρος της Κύπρου κ. Νίκος Αναστασιάδης, δεν επιτρέπουν κάποιο σχολιασμό των εξελίξεων. Για εμάς είναι θέμα εισβολής και κατοχής κι είμαστε βέβαιοι ότι τόσο η κυπριακή πολιτική ηγεσία υπό τον Πρόεδρο Αναστασιάδη όσο και ο κυπριακός λαός γνωρίζουν από την πικρή εμπειρία τόσων αποτυχιών τι πρέπει να πράξουν και ποια συμφωνία μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του, χωρίς τις αναχρονιστικές εγγυήσεις τρίτων. Πρέπει να τονίσω ότι η κυπριακή κυβέρνηση έχει τη στήριξή μας με την ελπίδα και την ευχή η ευόδωση της διαδικασίας των διαβουλεύσεων να ανοίξει μια νέα σελίδα για την ειρηνική συνύπαρξη, την κοινή τύχη, ασφάλεια και ευημερία  με την τουρκο-κυπριακή κοινότητα της Νήσου.

Θα ήθελα, τελικά, να υπογραμμίσω ότι σήμερα η Κύπρος με τις προσπάθειες που κατέβαλε οδηγείται στο δρόμο της οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην πορεία προς την ευημερία της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα, με τη σύμφωνη γνώμη της Κύπρου, έδωσε μεγάλες μάχες για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2003 και μάλιστα χωρίς την προϋπόθεση επίλυσης του πολιτικού προβλήματος. Ήταν μια μεγάλη επιτυχία της χώρας μας που πρόσφερε στην Κύπρο νέες δυνατότητες συμβάλλοντας στην ασφάλεια και ευημερία της.

Τέλος, θα ήθελα εν κατακλείδι να τονίσω για μια ακόμη φορά ότι οι διαφορές μας ως προς την εσωτερική πολιτική και τη διακυβέρνηση της χώρας που είναι και παραμένουν απόλυτα διακριτές και τεράστιες όσον αφορά σε εμάς σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συσκοτίζουν το γεγονός ότι αναπόφευκτα οι αποτυχίες ή οι επιτυχίες της χώρας έχουν επιπτώσεις στο κοινό εθνικό μας οικοδόμημα. Επηρεάζουν τη ζωή και τις προοπτικές όλων. Και μολονότι είμαστε και θα παραμείνουμε αυστηροί κριτές τόσο στα εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά θέματα, θα παραμείνουμε ταυτόχρονα και οι πιο σθεναροί υποστηρικτές της ανάγκης για πραγματική κι όχι ψευδεπίγραφη και προσχηματική εθνική συνεννόηση για τη λύση προβλημάτων που αφορούν στο δημόσιο και εθνικό συμφέρον. Διότι, οι προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, τα προβλήματα που διαχειριζόμαστε με μικρό βαθμό επιτυχίας τα τελευταία χρόνια, δεν επιδέχονται ούτε ιδεοληψίες ούτε παρωχημένες αντιλήψεις αλλά ένα τρόπο προσέγγισης που έχει ως οπτικό ορίζοντα το να καταφέρουμε πράγματι να γίνουμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κι όχι ένα αποτυχημένο κράτος, απομονωμένο στις παρυφές της Ευρώπης, έρμαιο των επικίνδυνων ανέμων.

Σας ευχαριστώ

Ενδιαφέροντα άρθρα

04.09.2017

Το καλοκαίρι ανήκει στα νιάτα, του Φ. Γεωργελέ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
02.09.2017

Υποψήφιοι αλλά και συνιδρυτές, του Γ. Βούλγαρη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
30.07.2017
Η ελπίδα σε αποδρομή, του Π. Μαρτινίδη
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ