Βουλευτής Α' Αθήνας
Το Ποτάμι
Menu
topBanner3

Αύγουστος '14


Του Φώτη Γεωργελέ


Μερικές πόλεις αλλάζουν πολύ γρήγορα. Τίποτα δεν διαρκεί πολύ. Μερικές φορές οι ζωές μας μένουν στάσιμες, μετά, ξαφνικά, αλλάζουν πολύ γρήγορα, τίποτα δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς, δεν ξέρεις τι πραγματικά θέλεις. Χρειάζεσαι να πάρεις μια ανάσα, μια απόσταση, όπως σ’ έναν πίνακα που κάνεις ένα δυο βήματα πίσω για να τον δεις πραγματικά, να τον καταλάβεις.

Η παραλία αλλάζει, κάθε χρόνο είναι διαφορετική. Μετράει απώλειες, σημειώνει αφίξεις. Η παραλία είναι γεμάτη, αλλάζει, μόνο το νερό μένει ίδιο, σ’ αγκαλιάζει, βυθίζεσαι, ακούς μόνο τον εαυτό σου. Δεν σου λέει πάντα ευχάριστα πράγματα.

Το αυτοκίνητο χαλάει. Σιγά-σιγά, φεύγουν τασάκια, πέφτει ο καθρέφτης, χαλάνε οι καθαριστήρες. Θέλει κάτι να μου πει; Σκονισμένο, ανεβαίνει χωματόδρομους, κατεβαίνει μονοπάτια, βρώμικο και περήφανο, ο πιο πιστός μου φίλος, το αυτοκίνητο των διακοπών, όλη η ενήλικη ζωή μου, το αυτοκίνητο της αμεριμνησίας, της διασκέδασης. Τι χρώμα έχει κάτω από τη σκόνη; γελάνε, το υπερασπίζομαι πάντα, έχει πολύ λίγα χιλιόμετρα, το δικαιολογώ, όλα χαρούμενα, όλα τα θυμάμαι. Στα τζάμια γράφουν μηνύματα σε μυστικές γλώσσες, μλπς, μια καρδιά, το γράμμα Μ. Τόσες αδύνατες υποθέσεις, τόσοι εναλλακτικοί δρόμοι που θα μπορούσε να πάρει η ζωή σου αν.

Φοράω ένα άσπρο πουκάμισο που έχει την ίδια ηλικία με το αυτοκίνητο. Στις διακοπές φοράς ό,τι αγαπάς, όχι ό,τι πρέπει. Υπάρχουν ρούχα που έχουν ένα παρελθόν. Από ταξίδια, όνειρα, αγάπες. Κάθε σημάδι τους λέει μια ιστορία, κάθε σκίσιμο είναι μια περιπέτεια. Όπως ένα ημερολόγιο, φοράμε την ιστορία μας.

Ετοιμάζονται για το μπαρ, βάφουν τα μάτια. Κοιτάζω μαγεμένος τη μεταμόρφωση, την κατασκευή ενός υπερόπλου. Πέντε η ώρα το πρωί, πολλά τζιν τόνικ αργότερα, το ρίμελ ξεβάφει στα πρόσωπα, μικρές σκιές σαν δάκρυα. Έχουμε βάψει πολλά ανδρικά πουκάμισα, εμείς που μας βλέπεις, καμαρώνουν ζαλισμένα. Χτες βράδυ κανείς ντιτζέι δεν έσωσε τη ζωή μου. Περιμένεις ν’ ακούσεις ένα τραγούδι που δεν έρχεται ποτέ, σ’ ένα πρόγραμμα «ό,τι να ’ναι», αυτό που νομίζεις ότι είναι ηλεκτρονικά, ότι είναι ραπ και τελικά είναι ελληνικό, αλλά δεν έχει καμία σημασία γιατί κανείς δεν δίνει πια σημασία σε είδη και όλα γίνονται ένας ρυθμός που θυμίζει πάντα κάτι άλλο παλιότερο. Κάποια χορεύει με ένα κοντό μπλουζάκι, σηκώνει τα χέρια όσο πρέπει να, αλλά όχι περισσότερο, πώς τα καταφέρνει να σταματάει ακριβώς στη σωστή στιγμή; Αυτός που είναι μαζί της τραβάει βίντεο, χορεύει για την κάμερα. Αύριο θα το ανεβάσει, φωτογραφίες προφίλ. Είναι μια παράσταση για ένα άλλο κοινό, μεγαλύτερο αλλά απόν σήμερα. Τα βλέμματα στρέφονται στη θάλασσα, δυο κορίτσια μπαίνουν στο νερό, χορεύουν, σηκώνουν τα φουστάνια για να μη βραχούν, δήθεν, το μπαρ ενθουσιάζεται. Κάθε κύμα, ακόμα πιο ψηλά, το δικό τους κοινό είναι εδώ, ζωντανό, ευγνώμον για την ξαφνική γενναιοδωρία. Χορεύουν, η χορογραφία της πρόκλησης μέσα στο νερό, πιάνουν τα μπλουζάκια, τα σηκώνουν λίγο στο ρυθμό, με μια ξαφνική κίνηση γυρνάνε ανάποδα, βγάζουν τα μπλουζάκια με αυθάδεια στο πέλαγος. Στεναγμοί απογοήτευσης. Ακολουθούν δυο αγόρια. Φωνάζουν, σπρώχνει ο ένας τον άλλον, πέφτουν με δύναμη στο νερό, παφλασμός των κυμάτων, θόρυβος. Η διαφορά των ειδών. Οι άντρες όταν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή κάνουν φασαρία. Οι γυναίκες δίνουν υποσχέσεις.

Στο τραπέζι της ταβέρνας αυτός σιωπηλός, αυτή δακρυσμένη, είμαι μια μικρή ανόητη ανασφαλής, λέει, τα έκανα όλα λάθος, όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία. Θέλει να της πει ότι υπήρξαν δεκάδες δεύτερες ευκαιρίες αλλά είναι πολύ κουρασμένος να εξηγήσει, η ζωή είναι σκληρή, λέει. Είναι τόσο σκληρή όσο εμείς την κάνουμε να είναι. Δεν υπάρχει πιο έντονη ανθρώπινη ανάγκη από την επιθυμία για μια δεύτερη ευκαιρία. Αλλά υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που χάνουν όλες τις ευκαιρίες. Η ζωή κυλάει και εμείς πληγώνουμε ο ένας τον άλλον. Μέχρι να καταλάβεις ότι κάνεις λάθος είναι πια αργά να γυρίσεις πίσω. Μικρά καλοκαιρινά δράματα στις ταβέρνες και τα καφενεία των νησιών. Κανείς δεν προσέχει τι συμβαίνει, κανείς δεν θέλει να δει, κάποιοι συνταράσσονται, κάποιοι πνίγονται, ασφυκτιούν, ζαλισμένες ψυχές θέλουν να ξεφύγουν, να ξεσπάσουν, βουβή απελπισία και ξαφνικές εκρήξεις, το καλοκαίρι είναι δραματική εποχή. Ποιος παίρνει τις αποφάσεις; Ποιος τις αλλάζει; Ποιος μας προειδοποίησε ποτέ για ό,τι πρόκειται να συμβεί;

Το μαγαζί λέγεται «Εύθραυστον» και είναι. Κάποιος χορεύει ζεϊμπέκικο με βερμούδα και αθλητικά παπούτσια, που πας ρε φίλε; Μόνο οι άντρες χορεύουν ζεϊμπέκικο αλλά όχι όλοι. Κάποια σηκώνεται, χορεύει σοβαρά και πολύ ωραία. Και λίγες γυναίκες μόνο, γιατί αυτές ξέρουν την κρισιμότητα του χορού.

Παρατηρώ γύρω μου δράματα, φόβους, ματαιωμένες επιθυμίες, ελπίδες και πόθους, απελπισία και εκδίκηση, κούραση, νιώθω συναισθήματα στον αέρα, απλώνω τα χέρια μου ν’ αγγίξω τις αύρες με μια οξυδέρκεια που με τρομάζει. Κόκκινα, μαύρα, πράσινα χρώματα στο νυχτερινό αέρα. Βαριές αναπνοές. Άμα τα βλέπεις όλα καθαρά, σαν να ’ναι πείραμα που εκτυλίσσεται μπροστά σου, τότε δεν συμμετέχεις. Είσαι παρατηρητής, ένας ξένος. Δεν ανήκεις πουθενά. Ανήκες ποτέ κάπου; Πρέπει να πίνω περισσότερο.

Πού θα πάμε για ένα τελευταίο ποτό; Είμαι κουρασμένος, είναι αργά. Έλα, καημένε, πόσες φορές ακόμα θα πας; Φύγαμε, λέω πανικόβλητος γιατί είδα ξαφνικά καθαρά μπροστά μου την ανάποδη κλεψύδρα. Η μουσική είναι δυνατή, τα ποτά καθαρά, κάποιοι γελάνε, αυτό το βράδυ απότομα γίνεται επιτακτικά σημαντικό, χαρούμενο, μέχρι το πρωί. Υπάρχει πάντα χρόνος μέχρι να σου τελειώσει ο χρόνος.

Αργά τη νύχτα, σχεδόν πρωί, ιδρωμένος στο κρεβάτι. Κλειστά φώτα, ανοιχτά μάτια. Τίτλος, ο Φ. σκέφτεται τη ζωή και το θάνατο. Σιγανή μουσική. Η μουσική μιλάει πάντα για τις δικές σου απώλειες. Ένας σκύλος βλέπει όνειρα και στριφογυρίζει στον ύπνο του. Βλέπουν οι σκυλήδες εφιάλτες; Απ’ το διπλανό δωμάτιο μια γυναικεία φωνή κλαίγοντας λέει όχι. Το παράθυρο χτυπάει από τον αέρα, αύριο θα έχει μελτέμι. Ακούγεται το κύμα. Κάποιος βάζει μπροστά τη μηχανή, μαρσάρει. Χαράζει, οι γρίλιες φωτίζονται. Κλείνω το φως, τον ήχο στο αθόρυβο. Αύγουστος 2014. Πού πάει ο χρόνος που φεύγει; 



Από την Athens Voice