Βουλευτής Α' Αθήνας
Το Ποτάμι
Menu
topBanner3

Ελλειμμα εμπιστοσύνης η μη οικειοποίηση

Του Αντώνη Μανιτάκη

Η ​​λέξη κλειδί από την οποία εξαρτάται η πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης και η πολιτική σταθερότητα της χώρας είναι η εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη, πρώτα, του Κοινοβουλίου απέναντι στην κυβέρνηση, χωρίς αυτήν δεν υπάρχει κυβέρνηση. Εμπιστοσύνη, έπειτα, των εταίρων απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση, ως προς τις υποχρεώσεις που έχει ως μέλος της Ευρωζώνης, αλλά και ως αντισυμβαλλόμενο μέρος της «συμφωνίας» που υπέγραψε στις 12 Ιουλίου.

Και πρώτα το προφανές και αυτονόητο: ο βίος και το έργο της παρούσας κυβέρνησης, έργο υπαρξιακό για τη χώρα και την παραμονή της στο ευρώ, εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ωστόσο, το παράδοξο και επισφαλές είναι, στην προκειμένη περίπτωση, ότι ποτέ άλλοτε στην ελληνική συνταγματική ιστορία μια κυβέρνηση δεν διέθετε τόσο ευρεία αλλά και τόσο ισχνή και αβέβαιη, ταυτόχρονα, πλειοψηφία, τόσο παράδοξη και τόσο αντιφατική κοινοβουλευτική στήριξη. Ομηρος πολιτικά των διαφωνούντων συντρόφων της, αιχμάλωτη κοινοβουλευτικά της αντιπολίτευσης. Η ζωή της εξαρτάται από την ψήφο βουλευτών που δεν της έχουν καμία εμπιστοσύνη. Το έργο της, από την άλλη μεριά, στηρίζεται και ψηφίζεται από βουλευτές που η ίδια δεν εμπιστεύεται. Πρόκειται, προφανώς, για κυβέρνηση ανοχής, με αξεδιάλυτες, ωστόσο, πολιτικές ενοχές και με μπερδεμένη πολιτικά εμπιστοσύνη. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας, που καλείται ωστόσο να κρατήσει τη χώρα όρθια και να μην την αφήσει να πέσει στον γκρεμό, που η ίδια την έσυρε και, παράλληλα, να την οδηγήσει έξω από την κρίση, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα που δεν ενστερνίζεται και δεν πιστεύει.

Τέτοια και τόσα μαζί συνταγματικά παράδοξα, σε κοινοβουλευτικό σύστημα, που ορίζεται από την «εμπιστοσύνη που οφείλει να απολαμβάνει η κυβέρνηση από τη Βουλή», δεν νομίζω πως έχουν ποτέ υπάρξει. Το πλέον παράδοξο όμως, έπεται. Η κυβέρνηση ανοχής θα πρέπει να διαπραγματευτεί ένα τρίτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων, δηλαδή ένα τρίτο Μνημόνιο, το οποίο πολιτικά απεχθανόταν και αποκήρυσσε, και να καταστρώσει ή μάλλον να αποδεχτεί, αναγκαστικά, μετά τη συνθηκολόγηση άνευ όρων που έκανε, ένα νέο πρόγραμμα λιτότητας που δεν πιστεύει και που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν βγαίνει ή είναι και αυτό ανεφάρμοστο, όπως όλοι παραδέχονται.

Το κομβικό, όμως, για τις πολιτικές μας εξελίξεις ζήτημα εμπιστοσύνης βρίσκεται στη Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων, αυτό που καταχρηστικά ονομάζουμε «συμφωνία» της 12ης Ιουλίου. Τυπικά, δεν πρόκειται για συμφωνία, αλλά για δήλωση ομόφωνη του ανώτατου πολιτειακά οργάνου των 18 χωρών της Ευρώπης, στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα. Μόνο που η Δήλωση-συμφωνία αυτή απευθύνεται στην Ελλάδα αποκλειστικά και δεσμεύει με υποχρεώσεις μόνον την ίδια.

Ο πρωταρχικός στόχος της Δήλωσης-συμφωνίας είναι, ωστόσο, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών ως προϋπόθεση, conditio sine qua non, για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για το νέο Μνημόνιο. Τα προαπαιτούμενα που ψηφίστηκαν συνιστούν έμπρακτη απόδειξη, προκαταβολική εγγύηση ότι Ελλάδα θα τηρήσει και θα τηρεί αυτά που συμφωνούνται και ότι θα σέβεται τους κανόνες λειτουργίας της Ευρωζώνης.

Αυτό απαιτεί ρητά, ως προϋπόθεση και εγγύηση για ένα νέο Πρόγραμμα-Μνημόνιο, η Δήλωση-συμφωνία της 12ης Ιουλίου: «Το Συμβούλιο των Αρχηγών τονίζει την επιτακτική ανάγκη να ανοικοδομηθεί η εμπιστοσύνη με τις ελληνικές Αρχές ως προϋπόθεση για μια πιθανή μελλοντική συμφωνία για ένα νέο πρόγραμμα με τον ΕΜΣ. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τεράστια σημασία η οικειοποίηση (ownership) από τις ελληνικές Αρχές του προγράμματος, και η οικειοποίηση αυτή είναι το κλειδί για την επιτυχή εφαρμογή των μέτρων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Ελλάδα».

Διερωτώμαι αν ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί και η κυβέρνηση συνολικά έχουν διαβάσει προσεκτικά την αρχική αυτή ρήση της συμφωνίας και, αν γνωρίζοντας το περιεχόμενο και τη βαρύτητά της, αντιλαμβάνονται ότι παραβιάζουν αυτά που υπέγραψαν ως χώρα, δηλώνοντας επίσημα στη Βουλή αλλά και στα ΜΜΕ ότι αναγκάζονται να κάνουν ό,τι κάνουν. Δεν καταλαβαίνουν ότι με τις δηλώσεις τους αυτές παραδέχονται δημόσια και επίσημα ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν, και άρα δεν έχουν οικειοποιηθεί τα μέτρα; Γνωρίζουν, αλήθεια, ότι αθετούν τον βασικότερο όρο της Δήλωσης-απόφασης των κρατών μελών και ότι δεν οικοδομούν έτσι την αναγκαία εμπιστοσύνη που αποτελεί προϋπόθεση της νέας συμφωνίας που θα διαπραγματευτούν;

Αδυνατώ, προσωπικά, να πιστέψω ότι υπάρχει Ελληνας υπουργός ο οποίος έχει διαβάσει την πρώτη παράγραφο της Δήλωσης-απόφασης των 18 χωρών και ο οποίος γνωρίζοντάς την δηλώνει στο ελληνικό Κοινοβούλιο ότι δεν συμφωνεί και, πάντως, δεν πιστεύει αυτά που εισηγείται για ψήφιση στο Κοινοβούλιο. Αντιλαμβάνεται ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν αρνείται απλώς να συμμορφωθεί σε μια ευρωπαϊκή υποχρέωση της χώρας, προδίδει επιπλέον το δημόσιο αξίωμά του, παραβαίνει το υπουργικό του καθήκον; Διότι, ως υπηρέτης του κράτους και του λαού, έχει την υποχρέωση να υπηρετεί αυτό που του επιβάλλει το δημόσιο αξίωμα και όχι αυτό που του υπαγορεύει η πολιτική συνείδησή του. Οφείλει, ως υπουργός, να κάνει αυτό που επιβάλλει το συμφέρον της χώρας και του λαού, ανεξάρτητα αν το πιστεύει ή όχι. Οφείλει να ταυτιστεί με το αξίωμα και να ξεχάσει τον εαυτό του. Αν το πρόγραμμα που εφαρμόζει συγκρούεται με τα πολιτικά του πιστεύω και έχει κρίση συνειδησιακή οφείλει να διαλέξει: ή ενστερνίζεται ως φορέας δημόσιου αξιώματος το πρόγραμμα της κυβέρνησης και το εφαρμόζει, ως δικό του, ως κτήμα του, ή μένει συνεπής με τα ιδεολογικά του πιστεύω και πάει σπίτι του. Διαφορετικά κοροϊδεύει τον λαό και προδίδει το αξίωμά του.