Βουλευτής Α' Αθήνας
Το Ποτάμι
Menu
topBanner3

ΜΕΤΑρρυθμιστική Αριστερά



Ένα κείμενο του Σπύρου Λυκούδη

Αρχές, Αξίες και Πολιτικοί Στόχοι


Έχει περάσει ένας χρόνος αφότου αποφασίσαμε να πορευτούμε όλοι μαζί, παλαιοί και νέοι, ως ΜΕΤΑρρυθμιστές για να προβάλουμε με το δικό μας διακριτό ρόλο, τα δικά μας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά μιας Αριστεράς που ερχόταν από μακριά αλλά ήθελε να πάει ακόμα πιο μακριά, μιας Αριστεράς συντονισμένης με τους ρυθμούς και τα προτάγματα της σύγχρονης εποχής.

Σήμερα με την συμπλήρωση ενός χρόνου, σε μια νέα φάση, με το μεταρρυθμιστικό μας ρεύμα να εξελίσσεται και να αντιμετωπίζει την πρόκληση νέων επιλογών, καταθέτω με αυτό το κείμενο μερικές σκέψεις για τη δική μας Αριστερά. Μια Αριστερά σε επαφή με τα σύγχρονα προβλήματα, μια Αριστερά σε αναζήτηση σύγχρονων και λειτουργικών λύσεων σε σύγχρονα προβλήματα, μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, σε συνεργασία και με συμμαχίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που με τα δικά τους χαρακτηριστικά συμμερίζονται κοινούς στόχους, κοινές αξίες. Τους στόχους της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ανάπτυξης, της ισότητας, των μεγάλων και πραγματικών μεταρρυθμίσεων, των διαρθρωτικών αλλαγών παντού τις οποίες έχει ανάγκη η χώρα για να βγει από τη βαθιά της κρίση και παρακμή.


Διότι, μόνο μια Αριστερά σαν τη δική μας, μια Μεταρρυθμιστική Αριστερά, μπορεί να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης αλλά και πραγματικό φάρο για να φωτίσει το μονοπάτι  μιας νέας Ελπίδας, μιας Ελπίδας με ρεαλιστικούς στόχους αλλά και με όραμα και αξίες. Μια τέτοια Αριστερά χρειάζεται η χώρα, όχι την άλλη την ψευδεπίγραφη «Αριστερά» του λαϊκισμού που ζει στο δικό της κόσμο, στο δικό της γυάλινο πύργο. Που ανακυκλώνει το κλειστό κύκλωμα των παρωχημένων και χρεοκοπημένων ιδεών της, είτε αυτών που οδήγησαν στην εξαθλίωση, στην ανελευθερία και στα πολιτικά ψυχιατρεία είτε εκείνων που περιφέρονται ως απομεινάρια μιας άλλης εποχής.

Ιδέες ενδεείς, αποφτωχευμένες, εξαθλιωμένες, που σέρνονται στη σύγχρονη εποχή ως λείψανα ιστορικών και εγκληματικών αποτυχιών, ως λιτανείες χαμένων, ανύπαρκτων Παραδείσων. Άλλοι ζουν στην εποχή του «πολεμικού κομμουνισμού», και άλλοι αναμασούν καταστροφικές εθνολαϊκιστικές φαντασιώσεις βαδίζοντας στο σκοτεινό μονοπάτι των αυταπατών τους.

Οι ιδέες αυτές και οι απορρέουσες πολιτικές τις οποίες προσπάθησαν να εφαρμόσουν σκουριασμένα μυαλά υπέστησαν συντριπτική στρατηγική ήττα, ελπίζουμε οριστική και αμετάκλητη. Να παραμείνουν οι ιδέες τους εκεί από όπου τις ξέθαψαν. Στο Νεκροταφείο της ιστορίας.

Ο διαβρωτικός για την δημοκρατία λαϊκισμός, αποτέλεσε γέννημα-θρέμμα της μεταπολίτευσης. Από το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο», το «Ελλάδα στους Έλληνες», το «ο λαός στην Εξουσία», το «Τσοβόλα δώστα «όλα» και τα συναφή της αρχικής τουλάχιστον αρχηγοκεντρικής ανδρεοπαπανδρεϊκής περιόδου με την άνοσο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, μέχρι τον εθνικό παροξυσμό για την ονοματοδότηση του γειτονικού μας κράτους, την υπόθεση Οτσαλάν και τις θεωρίες για το περιούσιο και ανάδελφο έθνος, από τις συνωμοτικές θεωρίες περί αέναης επιβουλής των ξένων μέχρι τις τριτοκοσμικές φαντασιώσεις και τις «επαναστατικές» εφόδους στις μητροπόλεις ή στην περιφέρεια του αναπτυγμένου καπιταλισμού και τα συναφή. Επιβλήθηκε ως η κυρίαρχη ιδεολογία, καθόρισε πολιτικές, στάσεις και συμπεριφορές, βρήκε άξιους μιμητές σε όλα τα κόμματα εξουσίας αλλά δυστυχώς και στην αριστερά που κυβερνά σήμερα.

Ο λαϊκισμός δεν εξαντλείται στη δημαγωγία, δεν χαρακτηρίζεται μόνο από συγκεκριμένο πολιτικό ύφος. Είναι πολιτικό δόγμα πολιτικής κινητοποίησης και ένταξης με συγκεκριμένο ιδεολογικό πυρήνα και έντονα αρχηγικά και αυταρχικά χαρακτηριστικά. Επειδή ακριβώς ο πυρήνας αυτός εγκαλεί ως πολιτικό υποκείμενο τη ρευστή και απροσδιόριστη έννοια του «λαού» όπου τα πάντα και οι πάντες μπορούν να συμπεριληφθούν, έναντι της σύνθετης διαστρωμάτωσης των κοινωνιών και της διαφοροποίησης και αντίθεσης των συμφερόντων, επειδή το άμορφο αυτό «λαϊκό» πολιτικό υποκείμενο, θεωρούμενο ως εκ φύσεως άδολο και αγνό, αντιπαρατίθεται με τις εξ ορισμού «διεφθαρμένες» ελίτ, έχει τις δυνατότητες να αρθρώνεται με δεξιά και αριστερά ιδεολογικά σύνολα και θέματα. Γι αυτό και εύκολα επέρχεται η συνάντηση και η όσμωση μεταξύ τους. Διέπονται από τις ίδιες έννοιες, την ίδια λογική, την ίδια θεματολογία, την ίδια αυταρχικότητα στο όνομα των «πληβείων» ή των «μη προνομιούχων». Γι αυτό και η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί στην ουσία συγκυριακό, πρόσκαιρο φαινόμενο.

Η ιδεολογική αυτή στάση και πολιτική πρακτική που  κυριάρχησε στη μεταπολίτευση και αποτέλεσε τον κύριο ιδεολογικό και πολιτικό τροφοδότη των πολιτικών κομμάτων δημιούργησε μεγάλες  πολιτικές αντιπαλότητες και συγκρούσεις. Διότι ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος είναι εξ ορισμού πολεμικός, διχαστικός, εχθρικός. Οι Πράσινοι και οι Βένετοι. Το «φως» και το «σκότος». Δεν άφησε περιθώρια ανάπτυξης ενδιάμεσων και ισχυρών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Το κυριότερο, διαπότισε όλους τους πόρους της κοινωνίας υπαγορεύοντας στάσεις, πεποιθήσεις και συμπεριφορές οι οποίες είχαν ένα πάρα πολύ μεγάλο και αβάσταχτο κόστος για τη χώρα.

Γι αυτό ουδέποτε θελήσαμε ως πολίτες, ως σύνολο, να πάρουμε σοβαρά όψη μας και να συζητήσουμε προτάσεις εκσυγχρονισμού και διαρθρωτικών αλλαγών από άτομα και φορείς, όπως π.χ. για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Γι αυτό και ορισμένες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έπεφταν στο κενό, ακυρώνονταν ή παρέμειναν ημιτελείς, θύματα της οργανωμένης συντεχνιακής και κομματικής αντίδρασης.

Γι αυτό δεν μπορέσαμε να θεσπίσουμε παρά λίγες μεταρρυθμίσεις χωρίς ποτέ να ολοκληρώσουμε την αναγκαία και επείγουσα δέσμη σοβαρών εκσυγχρονιστικών διαρθρωτικών αλλαγών, κυρίως στο κράτος και το Δημόσιο, αλλά και στην οικονομία καθώς και στις σχέσεις των οικονομικών συμφερόντων και της οργανωμένης εργασίας στο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο με την πολιτική εξουσία. Στην καλύτερη περίπτωση των καλύτερων πολιτικών προθέσεων παρέμειναν ατελείς και πανταχόθεν αμφισβητούμενες. Δεν μπορούσαν να συγκεντρώσουν την αναγκαία πολιτική και κοινωνική συναίνεση και εμπράγματη στήριξη για να διασφαλίσουν την επιτυχή εφαρμογή και διάρκειά τους. Γι αυτό πάντα η πίεση για τις μεταρρυθμίσεις ερχόταν κυρίως από έξω, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτως ώστε να συντονίζουμε τα βήματά μας. Φευ, πάντοτε υστερούσαμε. Στην ουρά σε όλα, κατέχοντας την «τιμητική» θέση του ουραγού.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις, οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές σε όλους τους τομείς για την πρόοδο της χώρας ουδέποτε αποτέλεσαν ισχυρό ενδογενές φαινόμενο. Με όρους πολιτικής αγοράς, δεν υπήρξε η απαραίτητη ζήτηση, ενώ λίγες ηγετικές  πολιτικές δυνάμεις προσπαθούσαν ματαίως να τη δημιουργήσουν. Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι οι όποιες αλλαγές έγιναν συνήθως υπό το κράτος εξωτερικής πίεσης και επιβολής.

Η συνάντηση και σύζευξη του λαϊκισμού με τον αντιδραστικό, βίαιο και ιδιοτελή εθνικισμό δημιούργησε ένα εκρηκτικό και επικίνδυνο μείγμα τις εκτρωματικές και καταστροφικές συνέπειες του οποίου γνωρίσαμε στην περίοδο της κρίσης των πρώτων Μνημονίων, της δεξιάς και αριστερής αντι-μνημονιακής υστερίας, αυτής της μεγαλύτερης πολιτικής απάτης στη Μεταπολίτευση και της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα με τους ΑΝΕΛ. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Το ίδιο έργο παρακολουθούμε και σήμερα.

Ο Δρόμος της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς

Είναι επιτακτική ανάγκη να διασφαλίσουμε όχι μόνο τη διαρκή πολιτική σταθερότητα αλλά και να οικοδομήσουμε ένα νέο κράτος, ένα νέο πολιτικό σύστημα με αναπτυξιακό προσανατολισμό και λειτουργίες. Εδώ θα κριθεί η μελλοντική πορεία της χώρας, όχι στις Βρυξέλλες ή σε κάποια άλλη πρωτεύουσα. Το στοίχημα είναι δικό μας και η τύχη στα χέρια μας.

Σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να υποβαθμίσει κανείς τη συμβολή όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας στην πολιτική και κοινωνική πρόοδο της χώρας. Κανένας δεν κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας και του πατριωτισμού. Ωστόσο, είμαστε βαθύτατα πεπεισμένοι ότι στη σημερινή ιστορική φάση κινητήριο δύναμη της εθνικής ανασυγκρότησης μόνο μια ΜΕΤΑρρυθμιστική Αριστερά  μπορεί να αποτελέσει.

Διότι, η ιστορική πολιτική διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς μπορεί μεν να έχει αμβλυνθεί σήμερα για πολλούς λόγους, μπορεί να μην μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένα αμετακίνητο και άκαμπτο διχοτομικό σχήμα, μια και η πραγματικότητα παράγει πολλά «υβρίδια», αλλά δεν έχει εκλείψει και δεν παύει να έχει τη δική της πολιτική βαρύτητα και σημασία.

 Διότι, στο αξιακό σύστημα μιας τέτοιας Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς είναι εγγεγραμμένη όχι μόνο η πολιτική ελευθερία αλλά και η επιδίωξη της μείωσης των ανισοτήτων στον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό αλλά και στον πολιτισμικό χώρο. Δεν εννοώ οιονδήποτε πολιτικό φορέα που αυτο-αποκαλείται «αριστερός», που διεκδικεί μια αταβιστική «αριστερή» καταγωγή και επιγραφή. Δεν εννοώ τους νεόκοπους νεο-σταλινικούς και τον τσαβικό αριστεροδεξιό εθνολαϊκισμό του Τσίπρα, ούτε την πανσπερμία άλλων κινήσεων που ζουν στις αρχές του περασμένου αιώνα κι έχουν ως μέσον επίτευξης των σκοπών τους την πολιτική βία, με την ευχέρεια βεβαίως να την ασκούν μέσα σε ένα δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό καθεστώς που θέλουν να ανατρέψουν για να επιβάλλουν τη δική τους αυταρχική ουτοπία. Γι αυτό η πολιτική της ΜΕΤΑρρυθμιστικής Αριστεράς στη χώρα μας είναι ανάγκη να βασίζεται σε ορισμένες παραδοχές και αρχές, που σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή Αριστερά, δεν έχουν γίνει ακόμη κτήμα στη χώρα μας.

1. Ότι το πολιτικά φιλελεύθερο δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα με τη θεσμική και λειτουργική του συγκρότηση, το κράτος δικαίου, διασφαλίζει τις  ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών. Αποτελεί μια μεγάλη ιστορική κατάκτηση.  Είναι αδιαπραγμάτευτο. Οφείλουμε να το υπερασπιζόμαστε και να το βελτιώνουμε με κάθε τίμημα.

2. Ότι η πολιτική ελευθερία και η καταδίκη κάθε πολιτικής βίας αποτελεί ακρογωνιαίο αξιακό λίθο της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

3. Ότι ο Νόμος, η Ευνομία και η Ευταξία είναι δημόσια αγαθά που πρέπει με κανόνες και εγγυήσεις να διαφυλάσσονται και να τηρούνται για τη λειτουργία της Πολιτείας, της κοινωνίας και την προστασία των πολιτών.

4. Ότι η πολιτική σφαίρα έχει τη δική της αυτονομία και λογική που πρέπει να την προστατεύει και να τη  διαφυλάττει από την εισδοχή λογικών που ανήκουν σε άλλες σφαίρες. Να μην υποτάσσεται σε αυτές. Να μην γίνεται υποχείριό τους.

5. Ότι η οικονομία της αγοράς είναι η μόνη που παράγει πλούτο, αλλά τον διανέμει άνισα, δημιουργεί τεράστιες αδικίες και ανισότητες καθόσον υπακούει στη δική της λογική του κέρδους, της συσσώρευσης, της οικονομικής ισχύος. Όμως, παραμένει ιστορικά η μόνη ατμομηχανή της οικονομικής μεγέθυνσης και της αύξησης της ευημερίας.

6. Ότι στάσιμες και αυταρχικές κοινωνίες οιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης απλώς διαμοιράζουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση.

7. Ότι δυναμικές, ανταγωνιστικές, ανοικτές και ελεύθερες κοινωνίες με ελεύθερες οικονομίες  διαφορετικού μείγματος και κοινωνικής ευαισθησίας διασφαλίζουν την παραγωγή και την αύξηση του εθνικού πλούτου.

8. Ότι εναπόκειται στο κράτος και τη φύση της πολιτικής εξουσίας η αξιοποίηση του εθνικού πλεονάσματος, η άμβλυνση των ανισοτήτων μέσω της αναδιανομής, η προστασία των αδυνάτων, η στήριξη όλων αυτών που άκοντες παραμένουν ή πετάγονται στο περιθώριο της κοινωνίας και της ανάπτυξης, η δημιουργία ίσων ευκαιριών μέσω πολλών μηχανισμών.

9. Ότι οι προοδευτικές κοινωνικές πολιτικές πρέπει να εμπνέονται από την αρχή της ισότητας, όχι του καθοδικού εξισωτισμού και της εξαθλιωτικής ισοπέδωσης των πάντων. Η διασφάλιση ίσων ευκαιριών στην αφετηρία, η αναγνώριση και επιβράβευση της διαφορετικότητας, της διάκρισης και του ταλέντου σε όλους τους τομείς αποτελούν, μεταξύ άλλων, βασικούς συντελεστές της προόδου μιας κοινωνίας.

10. Ότι εναπόκειται στο κράτος να διασφαλίζει την   ισότιμη πρόσβαση όλων  των πολιτών στις υπηρεσίες Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης και δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, με λίγα λόγια όλο εκείνο το πλέγμα των ρυθμίσεων που γνωρίζουμε ως κοινωνικό κράτος. Επομένως, ο εθνικός πλούτος για να μοιραστεί και να μοιραστεί μάλιστα με δίκαια κριτήρια, πρέπει πρώτα να παραχθεί. Η αύξηση και δίκαιη κατανομή του πλούτου προάγουν την ευημερία και την ισχύ των χωρών.

11. Ότι η αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων απαιτεί διεθνή συνεργασία, υπερεθνικούς θεσμούς και διεθνείς λύσεις, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να περιοριστεί στα όρια του εθνικού κράτους.

12. Ότι το δίχτυ της κοινωνικής προστασίας πρέπει να καλύπτει αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη για να επιβιώνουν με αξιοπρέπεια, όχι την πολιτική και συντεχνιακή πελατεία. Ότι το κράτος δεν μπορεί να αποτελεί λεία, πηγή προσόδων, εστία σφετερισμού πόρων από διάφορες συντεχνίες, μικρά και μεγάλα συμφέροντα, πηγή προσόδων από διάφορες παρασιτικές κοινωνικές και οικονομικές ομάδες και τις κομματικές νομενκλατούρες.

13. Ότι η ανάπτυξη της χώρας απαιτεί βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, ριζική δομική προσαρμογή σε όλα τα επίπεδα. Δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε δανεικά και υπερκατανάλωση. Το μοντέλο της πελατειακής και παρασιτικής ανάπτυξης με τη δανειακή υπερκατανάλωση κατέρρευσε. Κάθε νεκρανάσταση είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε θλιβερή αποτυχία.

14. Ότι η ανάπτυξη της χώρας, που μόνο αυτή θα την απαλλάξει από το καρκίνωμα της ανεργίας, δεν μπορεί να βασιστεί στον παρωχημένο και αποτυχημένο κρατισμό αλλά στην υγιή και δυναμική επιχειρηματικότητα, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις υπό σαφείς και διαφανείς κανόνες λειτουργίας και ελέγχου από ένα επιτελικό και αποτελεσματικό κράτος, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Εναπόκειται στις πολιτικές δυνάμεις, χωρίς δογματισμούς, να βρουν την ισορροπία εκείνη μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού που προάγει την ανάπτυξη και ευημερία προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Ούτε εξιδανίκευση της αγοράς ούτε εξιδανίκευση του κρατισμού.

15. Ότι η ανάπτυξη πρέπει παράλληλα να βασίζεται στη μείωση των ανισοτήτων και την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών κατά προτεραιότητα σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας ούτως ώστε οι πολίτες να μπορούν να ταυτίζονται με τους στόχους της και να καρπούνται το δίκαιο μέρισμα.

16. 
Ότι αριστερή-προοδευτική πολιτική δεν είναι οι γηραιότεροι συνταξιούχοι να πληρώνουν τις συντάξεις των νεώτερων, ούτε ο κρατικός προϋπολογισμός να επιδοτεί ευγενή Ταμεία κρατικών συντεχνιών ή ανέπαφους άχρηστους φορείς του Δημοσίου αφήνοντας τα Νοσοκομεία χωρίς γάζες και υλικά, χωρίς το απαραίτητο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Είναι όλα αυτά δίκαια, λογικά, προοδευτικά, αριστερά, βιώσιμα;


17. Ότι κάθε αυθεντικά αριστερή μεταρρυθμιστική κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει ως στόχο τον κομματικό εποικισμό του κράτους. Αντίθετα, απαιτείται ευρύτερη πολιτική συναίνεση για τον μετασχηματισμό ενός καθηλωμένου κράτους, σε ένα κράτος σύγχρονο, ευρωπαϊκό, αξιοκρατικό και αποτελεσματικό, μοχλό ανάπτυξης, κοινωνικό αρωγό, προαγωγό και προστάτη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κι αυτό απαιτεί ενδογενή πολιτική προσπάθεια, όχι μόνο εξωτερική μνημονιακή πίεση για «ακομμάτιστο κράτος».

18. Ότι η  Ευρώπη και η  Ευρωζώνη διέπεται από θεσμούς και κανόνες που χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρχει αλλά που ταυτόχρονα τροφοδοτούνται από το πολιτικό περιεχόμενο κάθε χώρας, τείνοντας προς συνιστάμενους συμβιβασμούς και προσφέροντας αλληλεγγύη και προστασία από τις οικονομικές διακυμάνσεις και τους παγκόσμιους κινδύνους. Οι έλεγχοι και η εποπτεία, που θα ενταθούν στο μέλλον για όλους, δεν αποτελεί υποτέλεια και υποταγή, αλλά αναγκαία στοιχεία χωρίς τα οποία θα επικρατούσε καθεστώς χάους και ασυνέπειας.

19. Ότι η αλληλεγγύη της Ευρώπης είναι συνάρτηση της τήρησης κανόνων, δεσμεύσεων και άσκησης υπεύθυνης πολιτικής. Η αλληλεγγύη δεν είναι δωρεάν παροχή. Προκύπτει από αμοιβαία συνεργασία και αναγνώριση προβλημάτων.

20. Ότι η εξάρτηση μας από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η συκοφαντημένη ως παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, αποτελεί αναπόφευκτο και επωφελές παρακολούθημα της πορείας της προς περισσότερη οικονομική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση. Η κυριαρχία αυτή  αντλείται κατόπιν με πάρα πολλούς τρόπους που στην ουσία ενδυναμώνουν την ευημερία και την ασφάλεια της χώρας.

21. Ότι εάν θέλουμε να συμμετέχουμε ενεργά στις διεργασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ολοκλήρωσης που έχουν τις δικές τους διακυμάνσεις, για να αντλήσουμε τα οφέλη που προκύπτουν, όπως μέχρι σήμερα, οφείλουμε να πούμε την αλήθεια στους πολίτες για τις συνέπειες. Να πάψουμε να ομφαλοσκοπούμε και να υποδαυλίζουμε τα πιο αντιδραστικά εθνολαϊκιστικά αντανακλαστικά στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατίας, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν όλα επίσης τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

22. Ότι η πολιτική μας επιλογή είναι υποχρεωτική. Με τους ακρο-δεξιούς και ακρο-αριστερούς λαϊκιστές που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ή με τις δημιουργικές και προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Θα μείνουμε κλεισμένοι στο εθνικό μας καβούκι, έσχατοι και μόνοι ή θα πορευτούμε μαζί με τις άλλες ευρωπαϊκές προοδευτικές δυνάμεις;

Είναι οι παραδοχές και οι αρχές που είναι ανάγκη να πρεσβεύει η ΜΕΤΑρρυθμιστική Αριστερά στην Ελλάδα αν θέλει πραγματικά να αποτελέσει μέρος της λύσης των χρόνιων προβλημάτων της που την κρατούν δέσμια του παρελθόντος, αιχμάλωτη αδίστακτων δημαγωγών και εθνολαϊκιστών, εγκλωβισμένη στη μιζέρια και την παρακμή.

Εθνικό Πολιτικό Σχέδιο

Γι αυτό πιστεύουμε ακράδαντα ότι το Εθνικό Πολιτικό Σχέδιο που συνεπάγεται βαθιές μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα, το κράτος, την πολιτική μας κουλτούρα και τη διακυβέρνηση της χώρας βρίσκεται στον πυρήνα κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης και προόδου.

Το κράτος και το πολιτικό μας σύστημα είναι η Αχίλλειος πτέρνα μας, ο ανασταλτικός και τελικά μοιραίος παράγοντας της αποτυχίας μας. 

Γι αυτό  επιβάλλεται άμεσα:

-Η αλλαγή του εκλογικού νόμου με βασικά συστατικά την κατάργηση του  bonus των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα που νοθεύει τη βούληση των πολιτών, τη διαίρεση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών σε μικρότερες όχι πέραν των 6-7 εδρών, τη διατήρηση του ορίου του 3% για την είσοδο κόμματος στη Βουλή, αυστηρά μέτρα για το μαύρο πολιτικό χρήμα. Ένας τέτοιος νόμος, με τη συναίνεση όλων των κομμάτων, εκ των πραγμάτων θα ανατρέψει εκ βάθρων την υφιστάμενη διχαστική και πολεμική πολιτική μας κουλτούρα, θα οδηγήσει στην κατασίγαση των επικίνδυνων πολιτικών παθών, θα δημιουργήσει συνθήκες ορθολογικότερου πολιτικού διαλόγου και θα εγκαινιάσει μια νέα πολιτική εποχή κυβερνήσεων συνεργασίας που θα κρίνονται από το έργο τους και θα συνευθύνονται για τα πεπραγμένα τους.

-Ορισμένες βασικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, όπως, ενδεικτικά, η μείωση του αριθμού των βουλευτών, το ασυμβίβαστο Υπουργών και βουλευτών, Μόνιμοι Υφυπουργοί και Γενικοί Γραμματείς ως πρώτο άμεσο βήμα σε καίρια Υπουργεία (π.χ. Εξωτερικών, Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Τουρισμού, Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Υγείας και Παιδείας). Μόνιμη και πραγματική αξιολόγηση των εργαζόμενων στο Δημόσιο, αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες επιλογής στελεχών.

-Η έναρξη των διαδικασιών για Συνταγματική Αναθεώρηση, που όλο και αναβάλλεται και όλο και απομακρύνεται, θύμα της πολιτικής αστάθειας και σκοπιμότητας. Για τον εκσυγχρονισμό του  θεσμικού πλαισίου του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μας βίου, ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες της χώρας που θέλουμε, της χώρας που πρέπει να επιβιώσει αλλά και να αναδειχτεί μέσα σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Το Φάσμα της Αποτυχίας

Ένα φάσμα πλανάται πάνω από τη χώρα μας.

Το φάσμα της αποτυχίας και της ολοκληρωτικής μας πλέον κατάρρευσης, ως κράτος και ως κοινωνία, ως ακέραια και δημοκρατική Πολιτεία. Πρέπει οριστικά και καθοριστικά να το απομακρύνουμε, να ξεφύγουμε από τη Σισύφεια και άγονη γραμμή, από τον φαύλο κύκλο, να διώξουμε οριστικά τη Δαμόκλεια σπάθη του Grexit που ξένοι και εγχώριοι κύκλοι κραδαίνουν  πάνω από το κεφάλι μας. Να αφήσουμε οριστικά πίσω μας το ΧΤΕΣ και το ΣΗΜΕΡΑ και να χαράξουμε μια πορεία για σταθερό και ενάρετο κύκλο που να διασφαλίζει το ΑΥΡΙΟ, το ΜΕΛΛΟΝ της χώρας. Κι αυτό προϋποθέτει πάνω από όλα ορισμένες βασικές παραδοχές: ότι η χώρα είναι οριστικά αγκυροβολημένη στη Δύση κι ότι έχει ταυτίσει το εθνικό της πεπρωμένο με την Ευρώπη και με τους άλλους εταίρους της Ευρωζώνης.

Μόνο στη βάση των παραδοχών αυτών που ενσωματώνουν τις ευρωπαϊκές αξίες, που είναι και δικές μας αξίες, μπορούμε να ξαναχτίσουμε τη χώρα, με νέα υλικά, με νέες αξίες, με νέες νοοτροπίες.

Διαφορετικά, η αποτυχία να αδράξουμε την τελευταία ευκαιρία που μας προσφέρεται με οδυνηρές νέες θυσίες σε βάρος των πολιτών και με απόλυτη πολιτική ευθύνη του κ. Τσίπρα, θα έχουν ως μοιραίο αποτέλεσμα να ενισχυθούν οι δυνάμεις της καταστροφής, να δυναμώσουν οι φωνές του Grexit που τότε μπορεί να προβάλλει ως  «μια κάποια λύση» μπροστά στα νέα αδιέξοδα.

Τη σημερινή κατάσταση με το 3ο και επαχθέστερο Μνημόνιο της πρώτης «αριστερής κυβέρνησης», το Μνημόνιο του Τσίπρα-Καμμένου, χαρακτηρίζει μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με τα δύο προηγούμενα, διαφορά που ελάχιστα επισημαίνεται. Τα δύο πρώτα Μνημόνια προέκυψαν εξ αιτίας της κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας.

Το «Μνημόνιο Τσίπρα» οφείλεται αποκλειστικά σχεδόν σε εγκληματικά λάθη και παραλείψεις του ίδιου και της κυβέρνησής του που συντελέστηκαν μέσα σε ένα εξάμηνο. Δεν ήταν καθόλου ούτε αναπόφευκτο, ούτε μοιραίο, ούτε αναγκαίο. Προέκυψε ως αποτέλεσμα της ολοκληρωτικά αποτυχημένης διαπραγμάτευσης του κ. Τσίπρα που όσο πιο «σκληρή» γινόταν επικοινωνιακά τόσο πιο κοντά έφερνε τη χώρα στην κατάρρευση και στο χείλος της απόλυτης καταστροφής, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε τον λογαριασμό που πρέπει τώρα να πληρώσουμε όλοι, τόσο πιο πολύ βύθιζε την οικονομία στην ύφεση, τόσο πιο πολύ την στραγγάλιζε κυριολεκτικά. Τις δραματικές συνέπειες βιώνουν σήμερα όλοι οι πολίτες.

Να Αλλάξουμε τη Χώρα

Για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε. Πρόκειται για μια βασική πολιτική αρχή που η παραγνώρισή της οδηγεί μόνο σε συμφορές και καταστροφές.

Το κόμμα του κ. Τσίπρα δεν φαίνεται να τον κατανοεί. Γι αυτό δεν ξέρει και πώς να τον αλλάξει, καταφεύγοντας σε αποτυχημένες και επικίνδυνες συνταγές, αιχμάλωτο των δικών του φαντασιώσεων που δεν θα είχαν καμία απολύτως σημασία εάν δεν είχαν ως πεδίο εφαρμογής τη χώρα μας.

Διότι, ο ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα δεν πιστεύει στον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της χώρας. Δε διαθέτει τον σύγχρονο πολιτικό και αξιακό εξοπλισμό, τους στόχους και τα εργαλεία σύγχρονης διακυβέρνησης για να τον επιδιώξει. Δεν είναι θέμα  προσώπων. Πρόκειται για βαθύτερο πολιτικό και αξιακό πρόβλημα. Γι αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και παραμένει ένα αντι-ευρωπαϊκό και αντι-δυτικό κόμμα, προσκολλημένο στις ιδεολογικές του αγκυλώσεις, είτε πρόκειται για τη νέοκομμουνιστική του εκδοχή, τον «πραγματικό ΣΥΡΙΖΑ», όπως διατείνονται οι σημερινοί αποσπασθέντες εκφραστές του, είτε για τη δήθεν αποκαθαρμένη και «απολυμασμένη» κυβερνώσα εκδοχή του. Μόνο η ανεξέλεγκτη επιθυμία του να διατηρήσει την εξουσία το υποχρεώνει σε αναδιπλώσεις και απρόθυμη αποδοχή μιας αναπόδραστης πραγματικότητας που δεν μπορεί να τη διαχειριστεί για να ανατάξει τη χώρα, που δεν την επιθυμεί στο βάθος και απερίφραστα το ομολογεί για να ψαρέψει και πάλι στα θολά νερά του εθνολαϊκισμού. Το κόμμα αυτό δεν μπορεί να αλλάξει την εθνολαϊκιστική του διάλεκτο. Αυτή μόνο γνωρίζει. Με αυτή ανατράφηκε. Από αυτήν αντλεί το πολιτικό του αφήγημα.

Η αναγκαστική προσαρμογή στα πραγματικά δεδομένα δεν έγινε για να σωθεί η χώρα, που συνειδητά την οδηγούσαν στον γκρεμό όλες οι συνιστώσες, οι «συνεπείς» με τις αντι-μνημονιακές διακηρύξεις, το πρόγραμμα και τις αρχές του και οι άλλες, οι δήθεν «ρεαλιστικές», συνυπεύθυνες στην ουσία για τη γιγάντωση ενός άκρως επικίνδυνου αντι-ευρωπαϊκού ρεύματος στη χώρα, το οποίο ετοιμάζονται να ξανα-ιππεύσουν, αλλά δύσκολα θα χαλιναγωγήσουν.

Η πραγματική εξουδετέρωση και αχρήστευση της εθνολαϊκιστικής επαγγελίας δεν μπορεί να γίνει από τους ίδιους, διότι αποτελεί την πολιτική τους τροφό. Δεν πρόκειται για κάποια «ωρίμανση», ήπια ή «βίαιη», που κάποιοι ενδόμυχα προσδοκούν ή φανερά επικροτούν. Το πολιτικό τους μέλλον επιχείρησαν να διασώσουν και τίποτα περισσότερο. Οι όποιες προσαρμογές στον «ρεαλισμό» δεν απορρέουν από κάποια ιδεολογική ή αξιακή μεταμόρφωση αλλά από την ωμή ανάγκη παραμονής στην εξουσία.

Δεν καταλαβαίνουν τον σύγχρονο κόσμο, δεν διαθέτουν τα εργαλεία για να τον καταλάβουν γι αυτό και δεν μπορούν να τον αλλάξουν παρά μόνο να τον αναπαλαιώσουν προς ίδιο κομματικό όφελος. Γι αυτό και απεχθάνονται τις συναινετικές λύσεις προς όφελος της χώρας. Γι αυτό και ομνύουν με απύθμενο θράσος είτε στις μονοκομματικές κυβερνήσεις με το καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα, που πριν κατήγγειλαν ως όργανο των αστικών κομμάτων για τη νόθευση της λαϊκής βούλησης, είτε στη «δοκιμασμένη» συνταγή της συγκυβέρνησης με τη λαϊκιστική Δεξιά της Δεξιάς.

Έχουμε να κάνουμε με αφέλεια ή σχεδιασμένη πλάνη;

Και Μνημονιακοί και αντι-μνημονιακοί; Από όλα έχει και πάλι ο μπαξές.

Είναι καιρός όμως να πάψει πλέον η παραπλάνηση. Ξεπέρασε κάθε φαντασία αλλά και κάθε τυχοδιωκτισμό.

Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν το πραγματικό πρόβλημα. Ο Τσίπρας είναι ο ίδιος πλέον, μέρος του προβλήματος της χώρας, όχι μέρος της λύσης του. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παραδοσιακής πολιτικής ελίτ, όχι ο δήθεν ανατροπέας της. Μεταχειρίζεται τις ίδιες μεθόδους. Επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς. Χτίζει τη δική του βάση εξουσίας και τη δική του διαπλοκή. Γι αυτό δεν ορρωδεί προ ουδενός. Με επικοινωνιακή «αύρα», όμως, δεν μπορεί να κυβερνηθεί ούτε να προοδεύσει η χώρα, που δεν έχει ανάγκη από «φρέσκους» ή «επικοινωνιακούς» πολιτικούς, από νέους «μεσσίες» κομμένους και ραμμένους σε παραδοσιακά αρχηγικά και αποτυχημένα πολιτικά πρότυπα.

Αυτή είναι η Αριστερά του Χτες και της Παρακμής, όχι η Αριστερά της Προόδου και του Μέλλοντος.

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα «νέο Ανδρέα» και μάλιστα στην κακέκτυπη εκδοχή του για να σώσει δήθεν τη χώρα.

Η ανοικοδόμηση της χώρας δεν μπορεί να γίνει με παλαιά, φθαρμένα και ακατάλληλα υλικά, με ξεπερασμένες και καταστροφικές πολιτικές νοοτροπίες και μεθόδους. Με νέους στην ηλικία αλλά με παρωχημένες αντιλήψεις πολιτικούς.

Η χώρα έχει ανάγκη από υγιείς και σοβαρές πολιτικές δυνάμεις και πολιτικούς, από συντονισμένη δράση των πολιτών για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων με σαφέστατο προοδευτικό πρόσημο, όχι ψευδεπίγραφες ετικέτες εμπορεύσιμων ονείρων και ελπίδων.

Ούτε θέλουν ούτε μπορούν όψιμοι «ευρωπαϊστές»  ακόμα κι αν ξεπεράσουν τον Οβίδιο στις μεταμορφώσεις.

Νέα Συριζαίικη «σοσιαλδημοκρατία» ή «κεντροαριστερά» υπό τον Τσίπρα με ευαγγέλιο τον Αλτουσέρ, τον Μπαλιμπάρ, τον Μπαντιού και τον Ζίζεκ, με σημαία ευκαιρίας τον αριστερο-δεξιό λαϊκισμό, απλώς δεν γίνεται, δεν μπορεί να υπάρξει όσο κι αν αιωρείται ως ευσεβής πόθος ορισμένων, οι οποίοι δικαίως, βέβαια, αγωνιούν για την τύχη της χώρας που η «ριζοσπαστική» κυβερνώσα Αριστερά έριξε στα βράχια μέσα σε επτά μήνες.

Όλα αυτά σε τίποτα δεν αποκλείουν κινήσεις του κ. Τσίπρα και της ηγετικής του ομάδας προς τον «μεσαίο χώρο». Η λογική των πραγμάτων, η εμφανής ενθάρρυνση από ορισμένους κύκλους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, οδηγούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ιδιαίτερα εάν προκύψουν νέα προβλήματα συνοχής στο κυβερνών κόμμα και στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Θα πρόκειται για κινήσεις που μοναδικό στόχο θα έχουν την παραμονή στην εξουσία και τη νομή της.

Η ΜΕΤΑρρυθμιστική Αριστερά στη Σύγχρονη Ευρώπη

Η σύγχρονη ΜΕΤΑρρυθμιστική Αριστερά, η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, η σύγχρονη Κεντρο-αριστερά υπό την ευρεία έννοια για να συμπεριλάβουμε όλες τις δυνάμεις που συμμερίζονται κοινές αξίες και προοδευτικούς προσανατολισμούς, παρά τις επί μέρους διαφορές τους, ο πολιτικός αυτός και υπαρκτός χώρος δεν μπορεί να επαναπαύεται στις δάφνες της μεταπολεμικής «χρυσής εποχής», της «ένδοξης τριακονταετίας», της περιόδου 1945-1975. Τότε, αποτέλεσε τον κύριο και καθοριστικό παράγοντα του κράτους πρόνοιας με έναν μοναδικό συνδυασμό δημοκρατικού κοινοβουλευτισμού και διάχυσης των δικαιωμάτων προς τα κάτω, οικονομικής ανάπτυξης και σχετικής κοινωνικής δικαιοσύνης. Όσο μακριά κι αν φαίνεται η περίοδος αυτή για τις νέες γενιές στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εν τούτοις ιστορικά είναι πολύ κοντά μας αποτελώντας ένα μοναδικό ιστορικό επίτευγμα. Διότι, παρά τα πλήγματα και τις περικοπές που δέχτηκε το κοινωνικό κράτος στη μετέπειτα εποχή από νεο-φιλελεύθερες πολιτικές παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνικής προστασίας, αξιοζήλευτος και μοναδικός στον κόσμο. Η κρατική πρόνοια παρέχει ένα αποτελεσματικό και αξιοπρεπές δίχτυ κοινωνικής προστασίας που προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες και που εξακολουθεί να παραμένει ο κοινωνικός παρανομαστής της κοινωνικής συνοχής ανεξάρτητα από το πολιτικό χρώμα της διακυβέρνησης.

Συνάμα, η πολιτική αυτή οικογένεια αποτέλεσε τη βασική συνιστώσα της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα άλλο επίτευγμα χωρίς ιστορικό προηγούμενο στον κόσμο.

Είναι αλήθεια, ότι ο πολιτικός χώρος στον οποίο αναφερόμαστε δεν μπορεί να παραμείνει με τις παλιές του μορφές, από όλες τις απόψεις. Μπορεί να έχει χάσει τη δυναμική της, λόγω των συνθηκών. Δεν είναι μόνο οι βαθιές αλλαγές στην κοινωνική δομή και διαστρωμάτωση στις προηγμένες χώρες που επέφεραν οι μετασχηματισμοί στο οικονομικό σύστημα. Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης γνωρίζουμε ότι το παραδοσιακό έθνος-κράτος αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες στο να ελέγξει τις κινήσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου παγκόσμια. Οι προκλήσεις ανταγωνισμού από τις αναδυόμενες και ισχυροποιούμενες οικονομίας στην Ασία και αλλού είναισοβαρότατες. Γι αυτόκαι οι λύσεις δεν μπορεί πλέον παρά να είναι συλλογικές, παγκόσμιες, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Επομένως, μολονότι οι στόχοι παραμένουν οι ίδιοι, χρειάζονται νέες προοδευτικές στρατηγικές και νέες πολιτικές για να προωθηθεί η ανάπτυξη, να μειωθούν οι ανισότητες που παράγει το καπιταλιστικό σύστημα, να σχεδιαστεί το κοινωνικό κράτος γι αυτούς που έχουν πραγματικά ανάγκη, να βρεθούν και να χρηματοδοτηθούν μορφές απασχόλησης που και την ανεργία θα μειώνουν και στο κοινωνικό σύνολο θα προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες, ποσοτικά και ποιοτικά.

Με τους αγώνες και τη δική του πολιτική συμβολή ο πολιτικός αυτός χώρος σε όλη την Ευρώπη επιδιώκει να δώσει το δικό του στίγμα στις διεργασίες ευρωπαϊκής ενοποίησης, να αμβλύνει τις δομικές ανισορροπίες μεταξύ Βορρά και Νότου, να προωθήσει την αλληλεγγύη αλλά και την ευθύνη των μελών και να στρέψει την πορεία της Ένωσης σε κατευθύνσεις που θα ενδυναμώνουν τη δημοσιονομική διακυβέρνηση και θα αμβλύνουν την άνιση κατανομή πόρων. Πρόκειται για έναν πολιτικό στόχο που μπορεί να επιτευχθεί και να αλλάξει τόσο τους όρους και την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης όσο και το περιεχόμενό της, με σταθερή οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη, με ισότιμη κατανομή βαρών και ωφελειών.

Γι αυτό κι εμείς παρακολουθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την μεγάλη πολιτική ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για τις σημαντικές προοδευτικές αλλαγές που χρειάζεται η Ευρώπη και που μόνο από αυτήν την πολιτική οικογένεια μπορούν να προέλθουν. Συμμεριζόμαστε κοινές αξίες.  Αγωνιζόμαστε μαζί τους για κοινούς στόχους.

Αυτές είναι οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε και σε αυτές πρέπει πολιτικά να ανταποκριθούμε.

Ποια Ελλάδα σε ποια Ευρώπη

Το επαχθές Τρίτο Μνημόνιο το οποίο φόρτωσε στις πλάτες της χώρας η αλλοπρόσαλλη και επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα αποτελεί εκ των πραγμάτων την τελευταία ευκαιρία της χώρας για  να μην χάσει την επαφή της με το ευρωπαϊκό κέντρο. Απαιτεί εθνική σύμπνοια και οργανωμένη εθνική προσπάθεια, πράγμα που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο Τσίπρας και η παρέα του.  Διότι, ο εθνολαϊκιστικός παροξυσμός έχει στον πυρήνα του τον αντι-ευρωπαϊσμό και τον αντι-δυτικισμό, που αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η στάση αυτή έχει βαθιές ιστορικές και πολιτιστικές ρίζες, γεγονός, όμως, που δεν απαλλάσσει σε τίποτα τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ) πριν από τριάντα πέντε χρόνια ήταν και είναι ηλίου φαεινότερο ότι έγινε για πολιτικούς και γεωπολιτικούς λόγους. Διασφάλισε το εύθραυστο δημοκρατικό μας πολίτευμα. Εμπέδωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς. Συντέλεσε καθοριστικά στην ανάπτυξη και την ευημερία μας, όπως και η μετέπειτα ένταξή μας στον σκληρό πυρήνα, την ευρωζώνη. Εδραίωσε τη συμμετοχή μας στην οικοδόμηση της Ευρώπης, σε συνθήκες ειρήνης, ευταξίας, ασφάλειας και προόδου. Εξασφάλισε την αλληλεγγύη των εταίρων μας. Επέτυχε την εξάπλωση της επιρροής μας στον περιβάλλοντα διεθνή χώρο και την ένταξη της Κύπρου.

Ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια η σχέση μας με την Ευρώπη παρέμεινε αμφίσημη. Οι χρηματοδοτικές εισροές, που άλλαξαν ραγδαία την όψη της χώρας, που από «φτωχή και έντιμη» έφτασε να κατακτήσει στην 24η θέση των πιο αναπτυγμένων χωρών του κόσμου, παρέμειναν το μόνο μας μέλημα. Αρμέγαμε την αγελάδα και περί άλλων τυρβάζαμε. Ελάχιστα μας απασχολούσε η ενσωμάτωση στα εθνικά μας σχέδια (εάν ποτέ υπήρχαν) των ευρωπαϊκών κανόνων και αξιών, των οποίων θεωρητικά ήμασταν οι ιστορικοί εμπνευστές και αιμοδότες. Παραμείναμε μια χώρα συντεχνιακά οργανωμένη, με κρατικίστικη οικονομία, με κλειστοφοβική κοινωνία, με φοβικά σύνδρομα, με απέχθεια απέναντι στη συστηματική προσπάθεια, την οργάνωση, τον προγραμματισμό, τον εκσυγχρονισμό, την καινοτομία, την εξωστρέφεια, τις προκλήσεις του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ανταγωνισμού.  Ήμασταν πάντα εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας, παράδειγμα προς αποφυγήν, το «μαύρο πρόβατο», ουδέποτε παράδειγμα προς μίμηση, με ελάχιστες περιόδους ημιτελών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών και συλλογικής αυτεπίγνωσης  των ευκαιριών, των δυνατοτήτων μας και των απαιτούμενων για να παρακολουθούμε τουλάχιστον τον βηματισμό της Ευρώπης και να συμβάλλουμε θετικά σε αυτόν.

Φτάσαμε, έτσι, μέσα σε ένα αυτάρεσκο κλίμα ιδιομορφίας και εγωκεντρικού εξαιρετισμού να επιλέγουμε «εχθρούς» μεταξύ των εταίρων μας, με περισσή αλαζονεία, επιθετικότητα και απειλές βομβιστού αυτοκτονίας, ζητώντας αλληλεγγύη από τους «τρομοκράτες» άνευ ανάληψης ευθυνών. Αντιμετωπίσαμε, βέβαια αρκετές φορές ιταμές στάσεις, αλλά τελικά το πνεύμα της αλληλεγγύης επεκράτησε και πάλι, αυτή τη φορά όμως με βαρύτατο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Στεκόμαστε ακόμα στα πόδια μας. Οι κίνδυνοι δεν έχουν ακόμα εκλείψει και θα μας συνοδεύουν όσο εμείς οι ίδιοι δεν αντιληφτούμε τι ακριβώς διακυβεύεται και τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε.

 Δεν είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση το τέλειο οικοδόμημα. Δεν είναι η αρχιτεκτονική του ευρώ χωρίς ατέλειες, οι οποίες και κάνουν το ενιαίο νόμισμα επιρρεπές στις κρίσεις. Η Ευρώπη, όμως, δημιούργησε μηχανισμούς, έχοντας να αντιμετωπίσει καινοφανή προβλήματα. Μολονότι οι φυγόκεντρες τάσεις, που είτε προέρχονται από αυτονομιστικά κινήματα είτε από κινήματα της άκρας Αριστεράς και κυρίως από την Άκρα Δεξιά με πρόσχημα τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που συγκλονίζουν την εποχή μας είναι ορατές, δεν έχει άλλη λύση παρά να προχωρήσει στην αέναη ενωτική της πορεία, σαν τον ποδηλάτη που πρέπει να κινείται συνεχώς για να μην πέσει, μέσα από συγκρούσεις και συμβιβασμούς και με γνώμονα την ενίσχυση των θεσμών και των πολιτικών της. Η πρόοδος συντελείται με μικρά αλλά σταθερά βήματα, οι συνθήκες όμως πολλές φορές επιβάλλουν μικρά και μεγάλα άλματα από υπεύθυνους και θαρραλέους ηγέτες.  Διαφορετικά θα επικρατήσουν οι φυγόκεντρες δυνάμεις της ακροδεξιάς που επιζητούν τη διάλυσή της στο όνομα κάποιας φαντασιακής εθνοκεντρικής αυτάρκειας.

Οι ιδέες που κυκλοφορούν για την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι πολλές και οι αλλαγές δεν πρέπει να συντελεστούν ερήμην μας. Αρκεί να ξεκαθαρίσουμε τον προσανατολισμό μας και να σμιλεύσουμε μια νέα εθνική ταυτότητα με βάση τις ευρωπαϊκές αξίες και την αυτοπεποίθηση της δικής μας δημιουργικής ανάπλασης και προσφοράς. Μια νέα σύνθεση με πυρήνα τις ευρωπαϊκές αξίες, που είναι άλλωστε και οι δικές μας αλλά που η μη κριτική Παιδεία μας απλώς παπαγαλίζει αυτάρεσκα χωρίς να τις καλλιεργεί με ιστορικό δυναμισμό. Δύσκολο μεν αλλά εφικτό σε βάθος χρόνου  και συνθήκη εκ των ουκ άνευ για τη συμμετοχή μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε βήμα για την ισχυροποίηση της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και τη δημοκρατική εξέλιξη των θεσμών της συνεπάγεται προφανώς την ολόπλευρη συμμετοχή μας στο «κοινό» σπίτι, την οποία οι διάφοροι ημέτεροι δημαγωγοί και δημεγέρτες αναγορεύουν ως απεμπόληση της εθνικής μας κυριαρχίας και υπόστασης προτείνοντας στην ουσία συνταγή απομόνωσης και αυτο-αποκλεισμού, φτωχού κράτους-παρία σε κάποια ανυπεράσπιστη γωνιά, στο περιθώριο των εξελίξεων της Γηραιάς Ηπείρου.

Η παραχώρηση μέρους των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας είναι αναπόφευκτη στη διαδικασία περαιτέρω ευρωπαϊκής ενοποίησης. Παραχωρείται για να αντληθεί με διάφορους και επωφελείς για τα εθνικά συμφέροντα τρόπους κι όχι μόνο χρηματοδοτικούς, αλλά ως κοινή ανάληψη κινδύνων, αμοιβαιότητας, ασφάλειας, ανάπτυξης, προόδου, ισότιμης συμμετοχής, δημοκρατικής νομιμοποίησης, θεσμικής κατοχύρωσης.

Οι πρόσφατες προτάσεις Ντελόρ επισημαίνουν ακριβώς τα προβλήματα αυτά. Το σχεδιασμό και το είδος των μεταρρυθμίσεων προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε χώρας που κάθε άλλο είναι παρά αποσάθρωση του κοινωνικού μοντέλου, που με τόσους κόπους, θυσίες, προσπάθειες και συμβιβασμούς των πολιτικών δυνάμεων έχει μεταπολεμικά οικοδομήσει η Ευρώπη και δικαίως αισθάνεται περήφανη γι αυτό. Την ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Την οικοδόμηση μιας αληθινής Οικονομικής Ένωσης, με το δικό της Νομισματικό Ταμείο και τον δικό της Υπουργό Οικονομικών. Με μια περιορισμένη ποσότητα κοινού χρέους. Με ενιαίο Ταμείο Τραπεζικής Εξυγίανσης και κοινό σύστημα ασφάλειας καταθέσεων. Με τη νομιμοποίηση της ΟΝΕ στη βάση νέου ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου και των Εθνικών Κοινοβουλίων. Η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει. Η πορεία θα είναι δύσκολη, διότι κυρίως απαιτείται τόσο η άρση της χρόνιας διστακτικότητας της Γαλλίας όσο και της διστακτικότητας της Γερμανίας να αναλάβει περισσότερες κοινοτικές ευθύνες και ρίσκα, κοιτάζοντας πέρα από τη μύτη της. Αλλά, ο γαλλο-γερμανικός άξονας, η μέχρι τώρα ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορεί και πάλι να λειτουργήσει θετικά και προωθητικά και να δέσει στα βαγόνια της τους ικανούς και πρόθυμους. Κανείς δεν επιθυμεί για πολλούς και διάφορους λόγους μια γερμανική ή γαλλική Ευρώπη. Ανήκει σε όλους μας. Συνδιαμορφώνεται από όλους με κοινή προσπάθεια, αμοιβαίους συμβιβασμούς, κοινοτική μέθοδο και αλληλεγγύη. Είναι το κοινό μας σπίτι. Αυτό, βεβαίως, δεν καταργεί αυτόματα τις διαφορές εθνικής ισχύος και επιρροής. Απλώς, δημιουργεί συνθήκες ικανοποίησης κοινών συμφερόντων, κοινών στοχεύσεων, κοινού μέλλοντος. Η πορεία δεν είναι γραμμική. Δυστυχώς εμείς περί άλλων τυρβάζουμε.

Λανθάνουν όσοι πιστεύουν ότι ο νέος (επανα) προσανατολισμός της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί από ένα πολιτικό κόμμα ή μια πολιτική παράταξη. Χρειάζεται μια ριζική επαναπροσέγγιση εθνικής εμβέλειας που να συγκλονίσει πολιτιστικά την κοινωνία, θα οικοδομήσει σωστούς και λειτουργικούς θεσμούς και θα εντάξει τα διφορούμενα, εξουθενωμένα από την κρίση και δύσπιστα κοινωνικά στρώματα, ιδιαίτερα τα μικρο-μεσαία σε ένα νέο Εθνικό Σχέδιο. Δεν πρόκειται για καμιά ισοπέδωση ή συγχώνευση των κοινωνικών αναφορών των πολιτικών κομμάτων που η διαφορετικότητά τους αποτελεί το νευρικό σύστημα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρόκειται για μια σύγκλιση στους εθνικούς στόχους που πρέπει να επιδιώξουμε όχι μόνο για να επιβιώσουμε σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον αλλά για να διασφαλίσουμε την ανάπτυξη, την ευημερία και την κοινωνική δικαιοσύνη τουλάχιστον για τις επόμενες γενιές.

Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα, ασφαλής και ευημερούσα μέσα στην Ευρώπη, όχι ένα απομονωμένο, επαρχιακό και αποτυχημένο κράτος.

Αυτό είναι το όραμα που πρέπει να επιδιώξουμε. Αυτό μας αξίζει. Αυτό είναι το δικό μας όραμα, το όραμα της ΜΕΤΑρρυθμιστικής Αριστεράς.

Οι καιροί δεν περιμένουν.

Δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο κυνηγώντας χίμαιρες και παραδίδοντας την πολιτική μας ευθύνη στα χέρια ανήμπορων να «διαβάσουν» τις προκλήσεις της εποχής. Στη συντηρητική Δεξιά ή στην Αριστερά των φαντασιώσεων που επιδιώκει να καταργήσει τη λιτότητα και να ανατρέψει τον καπιταλισμό επαιτώντας νέα δάνεια από τους εταίρους και συμμάχους μας.

Αυτές είναι κατά τη γνώμη μου οι μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας. Προκλήσεις ιστορικών διαστάσεων αφού το τίμημα είναι είτε ο αργός θάνατος του τέλματος, της στασιμότητας ή της κατάρρευσης είτε η οριστική μας ένταξη στην οικογένεια των προηγμένων χωρών.